Εξωτερική πύλη και επτά διαδοχικές πύλες οδηγούν προς έναν θρόνο ανάμεσα στον επάνω και τον κάτω κόσμο
Η εξωτερική πύλη και οι επτά πύλες της Καθόδου ως γραμματική μεταβάσεων, αφαίρεσης και αλλαγής θέσης.

Περίληψη

Το παρόν άρθρο προτείνει ότι η αφηγηματική δομή της σουμεριακής Καθόδου της Ινάννα στον Κάτω Κόσμο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα ως ένα εγχειρίδιο ανάγνωσης ορισμένων ονείρων που εμφανίζονται ή μεταβάλλονται μέσα στην ψυχοθεραπευτική σχέση. Δεν υποστηρίζεται ότι το αρχαίο ποίημα αποτελεί καταγραφή ονείρου, ψυχοθεραπευτικό πρωτόκολλο ή κρυπτογραφημένη ψυχολογική θεωρία. Η σύγκριση αφορά τη μορφή της μετάβασης: στροφή προς έναν άλλο χώρο, διατήρηση ενός νήματος με τον επάνω κόσμο, διαδοχική αφαίρεση εμβλημάτων, αλλαγή θρόνου, ακινητοποίηση και θάνατος, εμφάνιση ενός τρίτου που ανταποκρίνεται στον πόνο, επάνοδος και μεταφορά της παλαιάς καταδίκης σε έναν άλλο. Τρεις ονειρικές βινιέτες εξετάζονται με βάση αυτή τη γραμματική. Η πρώτη δείχνει πώς η νέα πραγματικότητα της θεραπευτικής συνάντησης μπορεί να μετασχηματιστεί σε χώρο, σώμα και ρυθμό. Η δεύτερη δείχνει την εμφάνιση συνοδού και κίνησης σε ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο. Η τρίτη δείχνει μια αλλαγή θρόνου χωρίς αλλαγή του σχεσιακού νόμου: ο απειλούμενος γίνεται επιτιθέμενος, αλλά η σχέση παραμένει οργανωμένη ως αμοιβαία εξόντωση. Στη συνέχεια ορίζονται οι όροι Διαπασών, Συνεαυτός, Παλμική Διαπασών, Πυκνή Διαπασών και Επαναδιαπασών. Η κεντρική πρόταση είναι ότι ορισμένα όνειρα μπορούν να αποτελούν πυκνές Διαπασών, στη διαμόρφωση των οποίων συμβάλλει η επαναλαμβανόμενη συνάντηση με έναν σημαντικό Άλλο. Η θεραπευτική τους αξία δεν κρίνεται από την ένταση ή την ευφυΐα μιας ερμηνείας, αλλά από το αν δημιουργείται και διατηρείται μια νέα σχέση ανάμεσα στις ψυχικές θέσεις και στον πραγματικό Άλλο.

Λέξεις-κλειδιά: Ινάννα, Ερεσκιγκάλ, όνειρο, ψυχοθεραπεία, Διαπασών, Συνεαυτός, Πυκνή Διαπασών, θρόνος, επανάληψη, θεραπευτική σχέση.

Η πρόταση και τα όριά της

Η ερμηνεία ενός ονείρου αρχίζει συχνά με την ερώτηση τι σημαίνει κάθε εικόνα. Τι σημαίνει το σπίτι, η πόρτα, το φίδι, ο νεκρός, η πτώση; Η ερώτηση αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά κινδυνεύει να τεμαχίσει το όνειρο σε ένα λεξικό συμβόλων και να χάσει εκείνο που συμβαίνει ανάμεσα στις εικόνες. Το παρόν άρθρο ξεκινά από μια διαφορετική ερώτηση: πώς κινείται ολόκληρη η σκηνή; Ποιος βρίσκεται επάνω και ποιος κάτω, ποιος πλησιάζει και ποιος απομακρύνεται, ποιος θυμάται, τι αφαιρείται, ποια θέση αλλάζει κάτοχο και ποια επανάληψη επιβιώνει ακόμη και όταν όλα τα πρόσωπα έχουν αλλάξει;

Η πρόταση είναι ότι η Κάθοδος της Ινάννα στον Κάτω Κόσμο προσφέρει ένα ιδιαίτερα πλήρες σχήμα για μια τέτοια ανάγνωση. Μια μορφή εγκαταλείπει τον γνωστό της κόσμο, προβλέπει τη δυνατότητα να χαθεί, διασχίζει επτά πύλες, απογυμνώνεται από τα εμβλήματα της ισχύος της, καταλαμβάνει τον θρόνο ενός άλλου προσώπου, θανατώνεται μέσα στη νέα θέση, κρεμιέται, ανακτά τη ζωή της και επιστρέφει. Η επιστροφή, ωστόσο, δεν καταργεί τον νόμο του Κάτω Κόσμου. Η Ινάννα μεταφέρει στον Ντουμούζι το ίδιο βλέμμα, τον ίδιο λόγο και την ίδια κραυγή της καταδίκης που δέχθηκε η ίδια. Η αφήγηση δεν τελειώνει επομένως με ένα απλό «πέθανε και ξαναγεννήθηκε». Παρακολουθεί τι μεταφέρει μαζί του εκείνος που επιστρέφει και ποιος κινδυνεύει να γίνει ο επόμενος φορέας του θανάτου.

Δεν ισχυρίζομαι ότι οι Σουμέριοι συνέθεσαν το ποίημα ως εγχειρίδιο ψυχοθεραπείας ή ονειροκριτικής. Το σουμεριακό έργο σώζεται σε πολλές παλαιοβαβυλωνιακές πινακίδες και το κείμενο που διαβάζουμε σήμερα είναι φιλολογική σύνθεση, όχι ένα μοναδικό άθικτο χειρόγραφο (CDLI, σύνθετο κείμενο P468903/Q000343). Η αρχαία πηγή, η νεότερη φιλολογική έρευνα και η σύγχρονη ψυχολογική πρόταση πρέπει να παραμένουν διακριτές. Η θέση του άρθρου είναι πιο περιορισμένη: η δραματουργία της Καθόδου μπορεί να λειτουργήσει για εμάς ως συγκριτικό μοντέλο, ως μια γραμματική μεταβάσεων με την οποία μπορούμε να παρατηρήσουμε ορισμένα όνειρα χωρίς να ισχυριστούμε ότι αυτή ήταν η αρχική ή η μοναδική σημασία του μύθου.

Η πρόταση χρειάζεται ακόμη μία διευκρίνιση. Δεν υποστηρίζω ότι κάθε πρόσωπο του μύθου ή του ονείρου αποτελεί απλώς «κομμάτι» ενός μοναχικού ψυχισμού. Το όνειρο μπορεί να χρησιμοποιεί τη μορφή ενός πραγματικού ανθρώπου για να φέρει στη σκηνή μια θέση του ονειρευόμενου, αλλά ο πραγματικός Άλλος δεν παύει γι’ αυτό να είναι χωριστό πρόσωπο με δική του ιστορία, εμπειρία και βούληση. Η εσωτερική ανάγνωση δεν πρέπει να καταργεί την εξωτερική σχέση. Αντίθετα, το κριτήριο της ωρίμανσης είναι ακριβώς αν το πρόσωπο μπορεί να αναγνωρίσει όσα συμβαίνουν μέσα του χωρίς να μετατρέπει τον Άλλο σε απλό όργανο της δικής του ολοκλήρωσης.

Η τακτική ψυχοθεραπευτική συνάντηση μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ονείρων που αποκτούν μεγαλύτερη σχεσιακή πυκνότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτής «προκαλεί» γραμμικά το όνειρο ούτε ότι γνωρίζει καλύτερα από τον ονειρευόμενο τι αυτό σημαίνει. Σημαίνει ότι η επανάληψη της συνάντησης, ο συγκεκριμένος χώρος, οι παύσεις, οι λέξεις, η προσδοκία της επόμενης συνεδρίας, η εμπειρία ότι κάποιος θυμάται και η ίδια η σχέση που διαμορφώνεται μπορούν να γίνουν μέρος του υλικού με το οποίο το όνειρο εργάζεται. Ορισμένα όνειρα φαίνεται τότε να συμπυκνώνουν διαφορετικούς χρόνους, πρόσωπα, σωματικές ετοιμότητες και θέσεις του εαυτού σε μία σκηνή. Το άρθρο θα ονομάσει προσεκτικά ορισμένες από αυτές τις σκηνές «πυκνές Διαπασών». Ο όρος δεν θα χρησιμοποιηθεί για κάθε έντονο ή εντυπωσιακό όνειρο, αλλά μόνο όταν διαφορετικά στοιχεία γίνονται προσωρινά συν-παρόντα χωρίς το ένα να εξαφανίζει όλα τα υπόλοιπα.

Πριν εξετάσουμε τις βινιέτες και πριν εισαγάγουμε αναλυτικά τη σχετική ορολογία, χρειάζεται να ακολουθήσουμε ολόκληρη την πορεία της Ινάννα. Το αρχαίο σχήμα πρέπει πρώτα να γίνει ορατό ως αφήγηση. Μόνο τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέθοδος παρατήρησης των ονειρικών μεταβάσεων.

Η πορεία της Ινάννα: από τη στροφή προς τα κάτω έως την επάνοδο

Το ποίημα αρχίζει με μια κίνηση προσοχής: η Ινάννα στρέφει το αυτί ή τον νου της από τον «μεγάλο επάνω κόσμο» προς τον «μεγάλο κάτω κόσμο». Εγκαταλείπει τον ουρανό, τη γη, τα ιερά αξιώματα και μια σειρά από λατρευτικούς τόπους. Η κίνηση δεν παρουσιάζεται στο αρχαίο κείμενο ως ψυχολογική ενδοσκόπηση· είναι η απόφαση μιας θεάς να εισέλθει στο βασίλειο της αδελφής της. Ωστόσο η αντιστροφή της κατεύθυνσης είναι ουσιώδης για τη χρήση που προτείνουμε. Η προσοχή αποσύρεται από τον κόσμο όπου η Ινάννα είναι ορατή, ονομασμένη, λατρευόμενη και ισχυρή και κατευθύνεται προς έναν χώρο του οποίου τους νόμους δεν ορίζει.

Η Ινάννα δεν κατεβαίνει απροστάτευτη. Φορά και μεταφέρει μαζί της τα επτά me και τα εμβλήματα της θέσης της: το κάλυμμα της κεφαλής, τη ράβδο και το σχοινί μέτρησης, το περιδέραιο, τις πέτρες του στήθους, το δαχτυλίδι, το θωρακικό κόσμημα και το βασιλικό ένδυμα. Φεύγει από τον επάνω κόσμο, αλλά επιχειρεί αρχικά να μεταφέρει στον κάτω κόσμο ολόκληρη την επάνω ταυτότητά της. Το ποίημα κρατά έτσι από την αρχή μια αντίφαση που θα συναντήσουμε και στα όνειρα: ένα μέρος του προσώπου πλησιάζει εκείνο που δεν γνωρίζει, ενώ ένα άλλο επιχειρεί να διατηρήσει αμετάβλητους τους τρόπους με τους οποίους έως τότε προστατευόταν, αναγνωριζόταν και κυβερνούσε.

Πριν φτάσει στις πύλες, η Ινάννα δίνει στη Νινσουμπούρ ακριβείς οδηγίες. Αν δεν επιστρέψει ύστερα από τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, η ακόλουθός της πρέπει να υψώσει θρήνο, να χτυπήσει το τύμπανο στα ιερά, να περιέλθει τους οίκους των θεών και να ζητήσει διαδοχικά βοήθεια από τον Ενλίλ, τον Νάννα και τον Ένκι. Η Νινσουμπούρ δεν κατεβαίνει μαζί της. Παραμένει επάνω, κρατώντας τη μνήμη της Ινάννα, τον λόγο της και τη σύνδεση ανάμεσα στους δύο κόσμους. Ο μύθος εγκαθιστά επομένως από την αρχή έναν όρο ασφαλείας: εκείνη που κατεβαίνει δεν πρέπει να είναι η μόνη που γνωρίζει ότι κατέβηκε. Κάποιος άλλος πρέπει να προσέξει την απουσία της, να θυμηθεί τις οδηγίες της και να κινητοποιηθεί όταν εκείνη δεν θα μπορεί πλέον να μιλήσει για τον εαυτό της.

Όταν η Ινάννα φτάνει στο ανάκτορο Ganzer, χτυπά επιθετικά τη θύρα και απαιτεί να μπει. Ο Νέτι δεν υπακούει αμέσως. Τη ρωτά: «Ποια είσαι;» και έπειτα γιατί κατευθύνθηκε προς τη χώρα χωρίς επιστροφή. Η Ινάννα απαντά με το όνομα και την πορεία της και δηλώνει ότι ήρθε για τις νεκρικές τελετές του Γκουντ-γκαλ-άνα, του νεκρού συζύγου της Ερεσκιγκάλ. Σε επίπεδο αρχαίας πλοκής, ο Νέτι εξακριβώνει την ταυτότητα και τον σκοπό της επισκέπτριας. Στην ονειρική χρήση του σχήματος, η ερώτηση μπορεί αργότερα να λειτουργήσει ως πρώτη άυλη πύλη: εκείνος που κατεβαίνει καλείται να πει ποιος είναι, αλλά μπορεί αρχικά να απαντήσει μόνο με το όνομα, τον ρόλο και την επίσημη αιτία της επίσκεψής του. Δεν γνωρίζει ακόμη ποιος θα απομείνει όταν αφαιρεθούν όσα του επέτρεπαν να απαντά με βεβαιότητα.

Ο Νέτι μεταφέρει το μήνυμα στην Ερεσκιγκάλ. Εκείνη χτυπά τον μηρό της, δαγκώνει το χείλος της και παίρνει τα λόγια στην καρδιά της. Κατόπιν προστάζει τον θυρωρό να ασφαλίσει τις επτά πύλες και να τις ανοίγει μία μία, αφαιρώντας σε καθεμία ένα ένδυμα ή έμβλημα της Ινάννα. Η διαδρομή δεν είναι μια απλή είσοδος από ανοικτή πόρτα. Ο χώρος οργανώνεται εκ νέου για εκείνη που έρχεται. Οι πύλες κλείνουν ώστε να ανοίξουν διαδοχικά και η Ινάννα να μην μπορέσει να περάσει ολόκληρη, με όλα τα μέσα της, από ένα και μόνο άνοιγμα.

Σε κάθε πύλη η Ινάννα ρωτά τι της συμβαίνει. Ο Νέτι επαναλαμβάνει ότι ένας νόμος ή ένα me του Κάτω Κόσμου εκπληρώνεται και ότι δεν πρέπει να μιλήσει εναντίον των κανόνων του. Οι επτά πύλες δεν παρουσιάζονται από το αρχαίο κείμενο ως επτά ψυχολογικοί μηχανισμοί ούτε μπορούν να ονομαστούν με ασφάλεια επτά καθολικά στάδια ωρίμανσης. Η λειτουργία της ακολουθίας είναι, ωστόσο, καθαρή: κάθε πέρασμα περιορίζει τις μορφές εξωτερικής ισχύος με τις οποίες η Ινάννα μπορεί να σταθεί στη σκηνή. Η αφαίρεση δεν συμβαίνει μία φορά ώστε να γίνει αμέσως κατανοητή. Επαναλαμβάνεται μέχρι να μην υπάρχει άλλο έμβλημα που να μπορεί να προστατεύσει τη γνωστή της θέση.

Η σιωπή που της επιβάλλεται δεν πρέπει να εξιδανικευτεί ως θεραπευτική υποταγή. Το αρχαίο ποίημα περιγράφει την κυριαρχία του νόμου του Κάτω Κόσμου. Ως ονειρικό σχήμα, όμως, η επανάληψη μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε κάτι κρίσιμο: ορισμένες μεταβάσεις δεν πραγματοποιούνται μόνο επειδή το πρόσωπο γνωρίζει διανοητικά τι του συμβαίνει. Μπορεί να περιγράψει τις άμυνές του και να εξακολουθεί να κατοικεί μέσα τους. Κάθε πύλη μετατρέπει τη γνώση σε γεγονός και την εξήγηση σε απώλεια μιας συγκεκριμένης προστασίας.

Όταν περνά και την τελευταία πύλη, η Ινάννα έχει σκύψει και έχει απογυμνωθεί. Τότε κάνει την Ερεσκιγκάλ να σηκωθεί από τον θρόνο της και κάθεται η ίδια στη θέση της. Το κείμενο δεν λέει ότι οι δύο θεές συγχωνεύονται κυριολεκτικά ούτε ότι η Ινάννα κάθεται επάνω στο σώμα της αδελφής της. Η ταχύτητα, όμως, της εναλλαγής είναι αξιοπρόσεκτη: η μία σηκώνεται και η άλλη κάθεται σχεδόν χωρίς αφηγηματικό διάστημα. Εδώ ο θρόνος μπορεί να γίνει το κεντρικό εργαλείο της ονειρικής μας ανάγνωσης. Ο θρόνος δεν είναι μόνο κάθισμα ή σύμβολο εξουσίας. Είναι η συνέχεια μιας θέσης πέρα από τον εκάστοτε κάτοχό της. Εκείνος που κάθεται επάνω του εισέρχεται στο σύστημα σχέσεων, δυνατοτήτων, απαγορεύσεων και κινδύνων που η θέση οργανώνει.

Η Ινάννα δεν νικά την Ερεσκιγκάλ επειδή πήρε τον θρόνο της. Μόλις καθίσει στη θέση της, εκτίθεται στον νόμο που η θέση κρατούσε. Οι επτά Ανουνά εκφέρουν κρίση. Ακολουθούν το βλέμμα του θανάτου, ο λόγος της πικρής ή οργισμένης καρδιάς και η κραυγή της ενοχής ή της καταδίκης. Η ακριβής γραμματική κατανομή των πράξεων ανάμεσα στους κριτές και την Ερεσκιγκάλ συζητείται φιλολογικά, αλλά η έκβαση είναι σαφής: η Ινάννα μετατρέπεται σε νεκρό σώμα και κρεμιέται από πάσσαλο ή άγκιστρο. Η κατάληψη του θρόνου δεν την κάνει κυρία του Κάτω Κόσμου. Την τοποθετεί μέσα στην εμπειρία που έως τότε ανήκε στην αδελφή της. Η αλλαγή του κατοίκου δεν αλλάζει ακόμη τον νόμο της θέσης.

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα «twist» που μπορεί να προσφέρει ο μύθος στην ερμηνεία ενός ονείρου. Μια ονειρική μορφή μπορεί να φαίνεται ότι θριαμβεύει επειδή πήρε τη θέση ενός άλλου, αντεπιτέθηκε ή έπαψε να είναι παθητική. Η μετακίνηση, όμως, δεν αποτελεί από μόνη της μεταμόρφωση. Πρέπει να εξετάσουμε τι συμβαίνει μόλις το πρόσωπο καθίσει στον νέο θρόνο. Γίνεται φορέας μιας πραγματικά νέας σχέσης ή απλώς υφίσταται και αναπαράγει τον νόμο που ήδη κατοικούσε εκεί; Το παιδί μπορεί να γίνει γονιός, ο φοβισμένος επιτιθέμενος και ο εγκαταλειμμένος εκείνος που εγκαταλείπει. Ο κάτοχος αλλάζει, ενώ η θέση παραμένει ίδια.

Η αφήγηση δεν συνεχίζεται αμέσως με την ανάσταση. Για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες η Ινάννα παραμένει νεκρή και κρεμασμένη. Εδώ το όνειρο θα μπορούσε να σταματήσει: στην εικόνα μιας θέσης που καταλήφθηκε αλλά δεν μπόρεσε να κατοικηθεί ζωντανά, ενός σώματος που υπάρχει ως περίβλημα χωρίς κίνηση, λόγο ή χρόνο. Η συνέχεια γίνεται δυνατή επειδή η Νινσουμπούρ παραμένει πιστή στη μνήμη της σχέσης. Θρηνεί, ζητά βοήθεια και δεν επιτρέπει η απουσία της Ινάννα να μετατραπεί σε λήθη. Ο Ενλίλ και ο Νάννα αρνούνται να παρέμβουν. Ο Ένκι, αντίθετα, δημιουργεί δύο ελάχιστα πλάσματα, το kurĝara και το gala-tura, ικανά να περάσουν μέσα από τα όρια του Κάτω Κόσμου.

Τα πλάσματα δεν επιτίθενται στην Ερεσκιγκάλ και δεν επιχειρούν να την κατακτήσουν με μια ανώτερη δύναμη. Τη βρίσκουν να υποφέρει και ανταποκρίνονται στις κραυγές και στους πόνους της. Όταν εκείνη πονά στο εσωτερικό ή στο σώμα της, εκείνα επαναλαμβάνουν τον πόνο της. Δεν χρειάζεται εδώ να αποφασίσουμε αν το χωρίο περιγράφει πένθος, νόσο, οδύνες γέννας, σεξουαλική κορύφωση ή μια σκόπιμα αμφίσημη σωματική κατάσταση. Για τη δομή της μετάβασης αρκεί αρχικά το γεγονός ότι ο πόνος της Ερεσκιγκάλ, αντί να κριθεί ή να κατακτηθεί, βρίσκει απόκριση. Τα δύο πλάσματα δημιουργούν μια σχέση διαφορετική από τη σχέση θρόνου, εκτόπισης και καταδίκης. Μέσα από αυτή τη νέα σχέση η Ερεσκιγκάλ τούς προσφέρει δώρα· εκείνα ζητούν το κρεμασμένο σώμα και το επαναφέρουν στη ζωή με το φυτό και το νερό της ζωής.

Η επάνοδος της Ινάννα δεν είναι επιστροφή στην κατάσταση που προηγήθηκε της Καθόδου. Η θεά ανεβαίνει, αλλά ο Κάτω Κόσμος έρχεται μαζί της με τη μορφή των galla, οι οποίοι απαιτούν υποκατάστατο. Η επιστροφή δεν αναιρεί τον νόμο που γνώρισε· τον μεταφέρει στον επάνω κόσμο. Όσοι πένθησαν για την απουσία της δεν παραδίδονται. Όταν όμως η πορεία φτάνει στη μεγάλη μηλιά της πεδιάδας της Κουλάμπα, ο Ντουμούζι εμφανίζεται λαμπρά ντυμένος και καθισμένος μεγαλόπρεπα σε θρόνο. Η μηλιά ανήκει σε ένα ευρύτερο μεσοποταμιακό πλέγμα ερωτισμού, γονιμότητας και βασιλικής ταυτότητας· το ποίημα δεν την ονομάζει «δέντρο της ζωής» ούτε την ταυτίζει ρητά με το δέντρο άλλου μύθου. Η ομοιότητα, όμως, των θρονικών σκηνών είναι δομικά σημαντική: η Ινάννα κάθισε στον θρόνο της Ερεσκιγκάλ και εκτέθηκε στον νόμο του· τώρα ο Ντουμούζι βρίσκεται σε μια λαμπρή, φαινομενικά ανέγγιχτη θέση, ενώ ο Κάτω Κόσμος έχει ήδη φτάσει μπροστά του.

Η Ινάννα στρέφει επάνω στον Ντουμούζι το ίδιο βλέμμα του θανάτου, τον ίδιο λόγο της οργισμένης καρδιάς και την ίδια κραυγή καταδίκης που δέχθηκε η ίδια. Εκείνη που υπέστη τον νόμο γίνεται τώρα φορέας του. Το αρχαίο κείμενο δεν δίνει ένα ασφαλές κατηγορητήριο ούτε λέει ρητά ότι τον παραδίδει επειδή δεν την πένθησε. Η αντίθεση με τις πενθούσες μορφές καθιστά αυτή την ερμηνεία πιθανή, όχι βέβαιη. Για την ονειρική μας μέθοδο, το καθοριστικό είναι ότι η επάνοδος δεν εξαφανίζει την επανάληψη. Κάτι επέστρεψε στη ζωή, αλλά κάτι από τον θάνατο μεταφέρθηκε στη σχέση με τον Άλλο.

Η τελική εναλλαγή του Ντουμούζι και της αδελφής του, της Γκεστινάννα, σώζεται σε αποσπασματικό χωρίο και χρειάζεται φιλολογική επιφύλαξη. Το καθαρό στοιχείο είναι ο νόμος του μισού έτους: ο ένας παραμένει κάτω όταν ο άλλος ελευθερώνεται. Η απώλεια δεν εξαφανίζεται, αλλά η απόλυτη ακινησία μετατρέπεται σε περιοδικότητα. Ο Κάτω Κόσμος δεν καταργείται· εντάσσεται σε μια εναλλαγή. Ο μύθος δεν σταματά την επανάληψη, όπως δεν σταματά τις εποχές, τη γέννηση, τη φθορά και τον θάνατο. Τη μεταφέρει από την άχρονη καταδίκη στον χρόνο, στη μνήμη και στην επιστροφή.

Έτσι ολοκληρώνεται το σχήμα που θα αναζητήσουμε στις ονειρικές βινιέτες: στροφή προς έναν άλλο χώρο, νήμα με την επάνω πραγματικότητα, πύλες και αφαιρέσεις, ερώτηση ταυτότητας, αλλαγή θρόνου, ακινητοποίηση, παρουσία ενός τρίτου που μπορεί να ακούσει, επάνοδος και δοκιμή της νέας θέσης μέσα στην επόμενη σχέση. Δεν θα απαιτήσουμε από κάθε όνειρο να περιλαμβάνει όλες τις φάσεις. Ένα όνειρο μπορεί να σταματά στην πύλη, στην αφαίρεση, στον θρόνο ή στο κρεμασμένο σώμα. Άλλο μπορεί να φτάνει μέχρι την εμφάνιση συνοδού και κίνησης. Και κάποιο μπορεί να φτάνει έως την επάνοδο της Ινάννα, χωρίς αυτό να αποδεικνύει ότι η μεταβολή θα διατηρηθεί στην ξύπνια ζωή.

Τρεις ονειρικές βινιέτες

Οι βινιέτες που ακολουθούν δεν χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν τη θεωρία. Λειτουργούν ως πεδία δοκιμής της. Η πρώτη προέρχεται από προσωπική αναλυτική εμπειρία του συγγραφέα. Οι άλλες δύο προέρχονται από θεραπευτικό υλικό και παρουσιάζονται στην ελάχιστη έκταση που απαιτεί το επιχείρημα. Στις δύο θεραπευτικές βινιέτες έχουν αφαιρεθεί ή μεταβληθεί πραγματολογικά στοιχεία ώστε να προστατεύεται η ταυτότητα των προσώπων χωρίς να αλλοιώνεται η κλινική λειτουργία του παραδείγματος. Η ερμηνεία κάθε βινιέτας παραμένει υπόθεση που ο ονειρευόμενος μπορεί να αναγνωρίσει, να διορθώσει ή να απορρίψει.

Στους πρώτους μήνες της δικής μου ανάλυσης, οι συναντήσεις με τον αναλυτή πραγματοποιούνταν αρχικά διαδικτυακά. Οι πρώτες δύο διά ζώσης συνεδρίες άλλαξαν ουσιαστικά το πεδίο. Για πρώτη φορά υπήρχαν κοινός φυσικός χώρος, πραγματική απόσταση ανάμεσα στα σώματα, καναπές, ντιβάνι και διαφορετικές δυνατές κατευθύνσεις του βλέμματος. Στην πρώτη από αυτές τις συναντήσεις μίλησα για μια σειρά ερωτικών σχέσεων. Προς το τέλος ο αναλυτής είπε περίπου ότι, αν ήμουν γυναίκα, θα με χαρακτήριζε οιστριονική, ενώ επειδή ήμουν άνδρας θα με χαρακτήριζε φοβικό. Η φράση δημιούργησε μέσα στη σχέση μια καινούργια θέση: «εσύ ως γυναίκα».

Τη νύχτα πριν από την επόμενη συνεδρία ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν μέσα στον πραγματικό χώρο του αναλυτή. Καθόμουν στον καναπέ μαζί με μια γυναίκα με την οποία είχα στο παρελθόν ερωτική σχέση και την οποία συνέδεα στη σκέψη μου με την έννοια του οιστριονικού. Αρχικά καθόταν δίπλα μου και έλεγε ότι οι γονείς της πέθαιναν. Ύστερα μετακινήθηκε απέναντί μου, κάθισε στο ντιβάνι, άνοιξε τα πόδια της και από το σεξουαλικό της σώμα άρχισαν να εκπέμπονται παλμικά κύματα, σε έναν επαναλαμβανόμενο ρυθμό.

Αν αποφασίσουμε αμέσως τι «σημαίνουν» η γυναίκα, οι γονείς ή το σεξουαλικό σώμα, χάνουμε τη μορφή της μεταβολής. Το όνειρο χρησιμοποιεί έναν θεραπευτικό χώρο που μόλις είχε γίνει σωματικά πραγματικός. Η φράση του αναλυτή παύει να εμφανίζεται ως διαγνωστική πρόταση και αποκτά σώμα σε μια γυναίκα της προσωπικής μου ιστορίας. Η γυναίκα μπορεί να παραμένει το πραγματικό πρόσωπο που γνώρισα, να ενσαρκώνει τη λέξη που χρησιμοποιήθηκε και συγχρόνως να φέρει μια δυνατή δική μου θέση. Η θεωρητική ιδέα του «παλμικού», η οποία αναπτυσσόταν την ίδια περίοδο, μπορεί επίσης να συμμετείχε στην εικόνα ή να επηρεάστηκε αργότερα από αυτήν. Δεν διαθέτω τρόπο να αποκαταστήσω με βεβαιότητα την κατεύθυνση της επίδρασης.

Η μετακίνηση από το δίπλα στο απέναντι είναι η αλλαγή θρόνου αυτού του ονείρου. Δεν πρόκειται για κυριολεκτικό βασιλικό κάθισμα, αλλά για αλλαγή της σχεσιακής γεωμετρίας. Το πρόσωπο που βρισκόταν δίπλα μετακινείται απέναντι, στη θέση του αναλυτικού ντιβανιού, και από εκεί εκπέμπει την εντονότερη σύνδεση. Η λεκτική παρέμβαση έχει μετασχηματιστεί σε πρόσωπο, το πρόσωπο σε σώμα και το σώμα σε ρυθμό. Διαφορετικοί χρόνοι και σχέσεις —η προηγούμενη ερωτική ιστορία, η χθεσινή συνεδρία, ο νέος φυσικός χώρος, η θεωρητική μου εργασία και η αναμονή της επόμενης συνάντησης— γίνονται συν-παρόντες σε μία σκηνή.

Στην επόμενη συνεδρία ο αναλυτής εστίασε στον πιθανό φόβο μήπως πεθάνουν οι γονείς μου. Η ερώτηση δεν ήταν αυθαίρετη, επειδή ο θάνατος των γονέων υπήρχε μέσα στο όνειρο. Η άμεση αντίδρασή μου, όμως, ήταν περίπου: «Από όλα αυτά, μόνο αυτό;». Η στιγμή δείχνει ότι μια ερμηνεία μπορεί να αφορά υπαρκτό στοιχείο και συγχρόνως να περιορίζει υπερβολικά το πεδίο. Η αντίδρασή μου δεν αποδείκνυε ότι η ερμηνεία ήταν λανθασμένη. Έδειχνε όμως ότι ο χώρος, η μετάβαση από την οθόνη στη σωματική παρουσία, η ερωτική ιστορία, η προηγούμενη φράση του αναλυτή και η παλμική μορφή εξακολουθούσαν να ζητούν θέση.

Από τη σκοπιά της Καθόδου, το όνειρο δεν χρειάζεται να αντιστοιχιστεί μορφή προς μορφή στον μύθο. Η αξία του βρίσκεται στη μεταβατική του ακολουθία: ένας νέος θεραπευτικός χώρος ανοίγει, μια λέξη περνά από πύλες μετασχηματισμού, μια γνώριμη γυναίκα καταλαμβάνει μια καινούργια θέση και η σχέση αποκτά σωματικό ρυθμό. Η ερμηνεία του αναλυτή κινδυνεύει να γίνει θανατηφόρος λόγος μόνο αν οριστικοποιήσει ολόκληρη τη σκηνή και καταργήσει κάθε άλλη δυνατή συνέχεια. Η διαφωνία του ονειρευόμενου μπορεί τότε να λειτουργήσει όχι ως απλή «αντίσταση», αλλά ως διατήρηση ενός αναπαραστατικού διακένου: ενός χρόνου μέσα στον οποίο το όνειρο δεν υποχρεώνεται να γίνει αμέσως ένα μόνο πράγμα.

Η δεύτερη βινιέτα αφορά ένα όνειρο που επανερχόταν από την παιδική ηλικία. Ένας άνθρωπος καθόταν μόνος στο σκοτάδι απέναντι από τα φουγάρα ενός εργοστασίου. Ψηλά στα φουγάρα ένα κόκκινο φως άναβε και έσβηνε: κόκκινο–μαύρο, κόκκινο–μαύρο, μέσα στη νύχτα. Το πιθανότερο είναι ότι επρόκειτο για πραγματικό προειδοποιητικό φωτισμό αεροπλοΐας, ώστε τα αεροπλάνα να διακρίνουν το ύψος των κατασκευών και να μην προσκρούσουν επάνω τους. Μέσα στο όνειρο, όμως, το φως βιωνόταν ως επαναλαμβανόμενο σήμα ή συναγερμός. Χρόνια αργότερα, έπειτα από μια πραγματική βιομηχανική καταστροφή, ο ονειρευόμενος σκέφτηκε ότι το όνειρο τον είχε προειδοποιήσει και ότι εκείνος δεν είχε κάνει τίποτε. Αργότερα η ίδια εικόνα συνδέθηκε με έναν χωρισμό και με τον φόβο οικονομικής απώλειας. Οι εξηγήσεις άλλαζαν, αλλά μια σταθερότερη τροχιά φαινόταν να επιβιώνει: κάτι κακό πρόκειται να συμβεί, υπάρχει ένα σήμα που πρέπει να αναγνωριστεί και ο άνθρωπος μένει μόνος απέναντί του, με την αίσθηση ότι δεν έκανε όσα έπρεπε.

Η παρατήρηση αυτή δεν δημιουργεί έναν καθολικό συμβολισμό σύμφωνα με τον οποίο «τα φουγάρα σημαίνουν προειδοποίηση». Το κόκκινο φως είχε πιθανότατα ήδη μια πραγματική λειτουργία προειδοποίησης, αλλά το όνειρο το ενέταξε σε μια ιδιαίτερη βιωματική θέση. Η ερμηνεία δεν χρειάζεται επομένως να επινοήσει τον συναγερμό· χρειάζεται να εξετάσει ποιος τον βλέπει, από ποια απόσταση, τι περιμένει να συμβεί και γιατί παραμένει μόνος και ακίνητος απέναντί του. Η σταθερή θέση αποτελείται από κίνδυνο, επαναλαμβανόμενο σήμα, ακινησία, μοναξιά και ενοχή. Το σημαντικό δεν είναι να βρούμε σε ποιο πραγματικό γεγονός «αναφερόταν» προφητικά το όνειρο, αλλά να παρατηρήσουμε πώς ο ονειρευόμενος τοποθετείται επανειλημμένα απέναντι στο επερχόμενο: βλέπει, περιμένει και αισθάνεται ότι θα έπρεπε να είχε ήδη γνωρίσει και προλάβει.

Ύστερα από χρόνια επανεξέτασης, το όνειρο εμφανίστηκε με μια ουσιώδη διαφορά. Κάποιος καθόταν πλέον δίπλα στον ονειρευόμενο. Εκείνος πήδηξε κάτω από τον τοίχο όπου καθόταν και άρχισε να προχωρεί προς εκείνο που μέχρι τότε κοιτούσε από απόσταση. Τα φουγάρα δεν εξαφανίστηκαν και ο φόβος δεν μετατράπηκε σε θριαμβευτική ασφάλεια. Εμφανίστηκαν όμως δύο νέες δυνατότητες: να μην είναι μόνος και να κινηθεί.

Αυτό το όνειρο πλησιάζει περισσότερο το σχήμα της επανόδου της Ινάννα. Δεν καταργεί τον κάτω κόσμο, αλλά μεταβάλλει τη σχέση με αυτόν. Η παρουσία κάποιου δίπλα λειτουργεί όπως το νήμα της Νινσουμπούρ ή η τρίτη παρουσία των πλασμάτων του Ένκι: όχι ως ακριβής συμβολική ισότητα, αλλά ως νέα δυνατότητα σχέσης. Ο θεραπευτής μπορεί να αισθανθεί ότι το πρόσωπο δίπλα στον ονειρευόμενο είναι ο ίδιος και ότι η θεραπευτική σχέση επέτρεψε τη μεταβολή. Η αίσθηση έχει κλινική αξία ως υπόθεση, όχι ως γεγονός που αποδεικνύεται από την εικόνα. Ο συνοδός μπορεί να συμπυκνώνει περισσότερες από μία σχέσεις ή μια νέα εσωτερική δυνατότητα συνοδείας.

Η ονειρική αλλαγή δεν αρκεί επίσης για να αποδείξει μόνιμη μεταβολή. Χρειάζεται να εξεταστεί αν η δυνατότητα συνοδείας και κίνησης γίνεται διαθέσιμη και έξω από το όνειρο: αν ο άνθρωπος πλησιάζει φόβους που προηγουμένως παρατηρούσε μόνο από απόσταση, αν ζητά βοήθεια, αν αντέχει να δράσει χωρίς να απαιτεί από τον εαυτό του να είχε προβλέψει τα πάντα. Η επάνοδος μέσα στο όνειρο είναι μια νέα δυνατότητα, όχι ακόμη η βεβαίωση ότι η ζωή έχει αναδιοργανωθεί.

Η τρίτη βινιέτα κάνει πιο καθαρή τη διαφορά ανάμεσα στην αλλαγή θέσης και στην αλλαγή του σχεσιακού νόμου. Ένας άντρας ονειρεύτηκε ότι κατοικούσε μόνος σε ένα μακρόστενο κτίριο. Βγήκε και, όταν επέστρεψε, δεν μπορούσε να βρει τον όροφο ή το δωμάτιό του. Στον κοινόχρηστο χώρο συνάντησε ένα ηλικιωμένο συγγενικό πρόσωπο. Τότε ένας άγνωστος τον χτύπησε από πίσω στην κοιλιά. Ο άγνωστος δήλωσε ότι είχε έρθει για εκδίκηση και τον συνέδεσε με μια παλιά ερωτική σχέση. Αργότερα τον προειδοποίησε να προσέχει το φαγητό του. Όταν ο ονειρευόμενος κατάλαβε ότι κινδύνευε να δηλητηριαστεί, όρμησε εναντίον του φωνάζοντας: «Δεν θα με φάτε εσείς εμένα, εγώ θα σας φάω».

Στην ιστορία του υπήρχε βίαιος πατέρας, τον οποίο το παιδί είχε κάποτε χτυπήσει από πίσω προσπαθώντας να σταματήσει τη βία προς τη μητέρα. Ο πατέρας πέθανε όταν ο γιος ήταν ακόμη έφηβος και η μορφή του παρέμεινε έντονα εξιδανικευμένη, ενώ ο νεαρός ανέλαβε νωρίς οικογενειακές και επαγγελματικές ευθύνες. Στις μεταγενέστερες ερωτικές σχέσεις επανέρχονταν απιστία, σύγκρουση και δυσκολία παραμονής σε σταθερό δεσμό. Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν μία μοναδική αιτία του ονείρου. Επιτρέπουν όμως να εξετάσουμε τη μετακίνηση ανάμεσα σε θέσεις: εκείνος που κάποτε χτύπησε από πίσω δέχεται τώρα το χτύπημα, ο απειλούμενος γίνεται επιτιθέμενος και ο άνθρωπος που φοβάται ότι θα καταβροχθιστεί ανακοινώνει ότι θα καταβροχθίσει πρώτος.

Το μακρόστενο κτίριο δεν χρειάζεται να μεταφραστεί σε «σώμα» ούτε το χαμένο δωμάτιο σε μία συγκεκριμένη διάγνωση. Η αδυναμία επιστροφής στον δικό του χώρο δείχνει πρώτα μια διαταραχή της βιωματικής οικειότητας: ο άνθρωπος γνωρίζει ότι κατοικεί κάπου, αλλά δεν μπορεί να ξαναβρεί τη θέση που είναι δική του. Τότε εμφανίζεται ο ξένος, η παλιά ερωτική ιστορία, η απειλή του φαγητού και η αντιστροφή της επίθεσης. Το όνειρο συγκεντρώνει διαφορετικές σχεσιακές εποχές χωρίς να τις εξισώνει.

Ο θρόνος περιγράφει εδώ τη συνέχεια μιας θέσης πέρα από τον κάτοχό της. Ο έφηβος ανέλαβε πρακτικά μια θέση που προηγουμένως ανήκε στον πατέρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε ήδη επεξεργαστεί όσα η θέση μετέφερε. Μπορούν να συνυπάρχουν το παιδί που προστατεύει την εικόνα του νεκρού, ο ενήλικος με πραγματικές ικανότητες, ο μάρτυρας της βίας και ο σύντροφος που επαναλαμβάνει κάτι από όσα είχε κάποτε καταδικάσει. Η αλλαγή του κοινωνικού κατοίκου δεν αλλάζει αυτομάτως τη σχέση ανάμεσα στις θέσεις.

Το τέλος του ονείρου αποτελεί καθαρή αλλαγή θρόνου, όχι ακόμη μεταμόρφωση. Ο ονειρευόμενος παύει να είναι παθητικός, αλλά η σχέση παραμένει οργανωμένη ως αμοιβαία εξόντωση. Η τελευταία φράση αλλάζει ποιος θα φάει ποιον, όχι τον κανόνα ότι κάποιος πρέπει να φαγωθεί. Αυτή είναι η ίδια δομική διάκριση που η Κάθοδος δραματοποιεί όταν η Ινάννα στρέφει στον Ντουμούζι το βλέμμα του θανάτου. Εκείνη που κινδύνευσε να χαθεί επιστρέφει ως ενεργός φορέας του ίδιου νόμου. Το twist του ονείρου είναι πραγματικό, αλλά δεν αποτελεί ακόμη επάνοδο από τον Κάτω Κόσμο με μια νέα σχέση προς τον Άλλο.

Η θεραπευτική αφήγηση μπορεί να δημιουργήσει μια δυνατότητα που δεν υπήρχε στην ονειρική κατάληξη: να αναγνωριστούν συγχρόνως το παιδί που πληγώθηκε, ο ενήλικος που μπορεί να πληγώνει, η πραγματική ιστορία του πατέρα, η εξιδανίκευση του νεκρού και η ανεξάρτητη εμπειρία του σημερινού συντρόφου. Η ερμηνεία δεν χρειάζεται να αποφασίσει ποια από αυτές τις θέσεις είναι ο «αληθινός» εαυτός. Χρειάζεται να επιτρέψει να παραμείνουν μαζί αρκετό χρόνο ώστε να γίνει ορατό ποια σχέση τις οργανώνει και αν μπορεί να εμφανιστεί μια διαφορετική συνέχεια από το «ή θα με φας ή θα σε φάω».

Τι βλέπει διαφορετικά η Θεωρία της Διαπασών

Οι τρεις βινιέτες επιτρέπουν τώρα να εισαγάγουμε τη θεωρητική γλώσσα χωρίς να την επιβάλουμε εκ των προτέρων στο υλικό. Με τον όρο Διαπασών περιγράφω μια συνθήκη μέσα στην οποία διαφορετικές λειτουργίες, χρονικότητες ή πρόσωπα μπορούν να συμμετέχουν σε μια κοινή εξελισσόμενη κατάσταση χωρίς να χρειάζεται να γίνουν όμοια ή να συγχωνευθούν. Η Διαπασών δεν σημαίνει αρμονία, συμφωνία ή απουσία σύγκρουσης. Σημαίνει ότι η διαφορά δεν αποκλείει τη σχέση και μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να συμμετέχει στην παραγωγή μιας νέας δυνατότητας.

Με τον όρο Συνεαυτός δεν εννοώ έναν κρυφό, αμετάβλητο πυρήνα ούτε ένα σύνολο ανεξάρτητων προσωπικοτήτων. Εννοώ τη συνέχεια του ίδιου προσώπου μέσα από πολλαπλές σχεσιακές θέσεις. Το παιδί που φοβάται, ο ενήλικος που φροντίζει, εκείνος που επιτίθεται, εκείνος που υποχωρεί και εκείνος που αναζητά μάρτυρα μπορούν να ανήκουν στην ιστορία του ίδιου ανθρώπου χωρίς να είναι ταυτόσημοι. Η έννοια συνομιλεί με τον Διαλογικό Εαυτό των Hermans, Kempen και van Loon, ο οποίος περιγράφει πολλαπλές θέσεις του «Εγώ», και με τον σχεσιακό εαυτό των Andersen και Chen, στον οποίο η γνώση του εαυτού συνδέεται με αναπαραστάσεις σημαντικών άλλων. Ο Συνεαυτός, όμως, δίνει ιδιαίτερη έμφαση όχι μόνο στην πολλαπλότητα των φωνών αλλά στη συνέχεια που διαμορφώνεται καθώς το πρόσωπο περνά από διαφορετικές σχέσεις, σώματα, ρυθμούς και χρονικότητες.

Με τον όρο Παλμική Διαπασών περιγράφω υποθετικά τον τρόπο με τον οποίο προαναπαραστατικές ετοιμότητες ρυθμού, παύσης, αναμονής, επανάληψης, καθυστέρησης και αποκατάστασης συναντούν η μία την άλλη μέσα σε ένα πρόσωπο ή ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Ο όρος «παλμική» δεν αναφέρεται σε έναν κυριολεκτικό, ενιαίο ή ήδη μετρημένο βιολογικό παλμό. Δηλώνει ότι η εμπειρία δεν οργανώνεται μόνο με έννοιες και αφηγήσεις, αλλά και με το πότε πλησιάζουμε, πότε παγώνουμε, πόσο περιμένουμε, πώς αντιλαμβανόμαστε την καθυστέρηση και αν μια ρήξη ακολουθείται ποτέ από αποκατάσταση. Η επαναλαμβανόμενη συνάντηση με τον θεραπευτή μπορεί να συμμετέχει σε αυτή την οργάνωση πριν ακόμη γίνει αντικείμενο ρητής σκέψης.

Με τον συγγενικό όρο παλμική μνήμη δεν εννοώ μια ολοκληρωμένη κρυμμένη ιστορία που έχει αποθηκευτεί αυτούσια και περιμένει να ανασυρθεί. Εννοώ τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία μπορεί να παραμένει ενεργή ως ετοιμότητα: ως προσδοκία προσέγγισης ή εγκατάλειψης, ως τάση επίθεσης, υποχώρησης, παγώματος ή υπερβολικής φροντίδας. Το παρελθόν δεν επιστρέφει τότε αναγκαστικά ως ανάμνηση. Επιστρέφει ως τρόπος αναμονής του επόμενου γεγονότος. Στο όνειρο αυτή η αναμονή μπορεί να αποκτήσει τόπο, σώμα και πράξη: να γίνει κλειστή πόρτα, χαμένος όροφος, σκοτεινό εργοστάσιο, θρόνος ή πρόσωπο που κάθεται απέναντι.

Ο όρος Πυκνή Διαπασών αναφέρεται σε μια προσωρινή συνθήκη αυξημένης λειτουργικής και βιωματικής συμβατότητας ανάμεσα σε ετερογενή στοιχεία, ενώ οι διαφορές τους παραμένουν. Η πυκνότητα δεν είναι συνώνυμη της έντασης. Ένα εφιαλτικό ή σεξουαλικά φορτισμένο όνειρο μπορεί να είναι εξαιρετικά έντονο και συγχρόνως να περιορίζει τα πάντα σε μία μοναδική απειλή. Αντίθετα, μια φαινομενικά ήσυχη σκηνή μπορεί να είναι πυκνή όταν φέρνει μαζί το τότε παιδί, τον σημερινό ενήλικο, τον θεραπευτή, έναν σημαντικό Άλλο, το σώμα και μια νέα δυνατότητα πράξης χωρίς να καταργεί κανένα από αυτά.

Με αυτή την αυστηρότερη έννοια, δεν είναι κάθε όνειρο πυκνή Διαπασών. Στην πρώτη βινιέτα η πυκνότητα εμφανίζεται επειδή ο πραγματικός θεραπευτικός χώρος, η πρόσφατη φράση του αναλυτή, μια προηγούμενη ερωτική σχέση, το σεξουαλικό σώμα και η θεωρητική έννοια του παλμού γίνονται συν-παρόντα. Στη δεύτερη εμφανίζεται όταν το παιδικό σκηνικό, η μεταγενέστερη ιστορία φόβου, η πιθανή θεραπευτική συνοδεία και η νέα κίνηση μπορούν να συνδεθούν χωρίς να εξαφανιστούν τα φουγάρα. Στην τρίτη βινιέτα το όνειρο είναι πλούσιο και πυκνό ως προς τις χρονικές και σχεσιακές του συνδέσεις, αλλά η τελική πράξη στενεύει ξανά το πεδίο στην αμοιβαία εξόντωση. Η πυκνότητα της σκηνής δεν εγγυάται την ωριμότητα της έκβασης.

Η αφήγηση του ονείρου στη θεραπεία αποτελεί μια μορφή Εξωτερικής Διαπασών: μια κοινή κατάσταση που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο αυτοτελή πρόσωπα. Ο θεραπευτής δεν είναι ο ιδιοκτήτης του κρυφού κώδικα και ο θεραπευόμενος δεν είναι παθητικός φορέας υλικού που ο άλλος γνωρίζει καλύτερα. Ο ένας προσφέρει εικόνες, συνειρμούς, ιστορία και αντιδράσεις· ο άλλος ερωτήσεις, παρατηρήσεις, παύσεις και διαφορετικές πιθανές συνδέσεις. Η σχέση αυτή μπορεί να συμβάλει στην πρόκληση ή μορφοποίηση ενός πυκνού ονείρου, αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία του. Ούτε κάθε μορφή του ονείρου που μοιάζει με τον θεραπευτή είναι πράγματι ο θεραπευτής.

Η πρόταση αυτή αναγνωρίζει την αφετηριακή συμβολή του Freud: το όνειρο δεν είναι απλή φωτογραφία της ημέρας, αλλά εργασία που συμπυκνώνει, μετατοπίζει και αναδιατάσσει υλικό. Διαφέρει, όμως, από μια μέθοδο που αναζητά πρωτίστως ένα ενιαίο λανθάνον περιεχόμενο πίσω από τη φανερή εικόνα. Εδώ το κέντρο βάρους μετακινείται στη διαδρομή: ποια θέση εμφανίζεται, πώς μεταβάλλεται η σχέση ανάμεσα στις θέσεις, ποια δυνατότητα κλείνει και ποια ανοίγει. Το νόημα δεν θεωρείται πλήρες και κρυμμένο πριν από τη συνάντηση· μπορεί να διαμορφώνεται και μέσα στη σχέση όπου το όνειρο αφηγείται, χωρίς γι’ αυτό η ερμηνεία να δικαιούται να επινοεί αυθαίρετα το παρελθόν.

Ο θεραπευτής μπορεί προσωρινά να λειτουργήσει όπως η Νινσουμπούρ, διατηρώντας τη μνήμη και τη σύνδεση με το παρόν· όπως ο Νέτι, θέτοντας ένα όριο και ρωτώντας «ποιος είσαι;»· όπως τα πλάσματα του Ένκι, αποκρινόμενος στον πόνο χωρίς να τον κατακτά· ή ακόμη όπως ένας από τους κριτές, όταν μια ερμηνεία οριστικοποιεί πρόωρα την εμπειρία. Οι αντιστοιχίες δεν είναι σταθεροί ρόλοι. Η ίδια θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά σε διαφορετική στιγμή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια σχέση δημιουργεί: ανοίγει περισσότερες δυνατές συνέχειες ή μετατρέπει το όνειρο σε ένα κρεμασμένο σώμα, σε μια τελική αλήθεια που δεν μπορεί πλέον να κινηθεί;

Εδώ είναι χρήσιμη η έννοια του αναπαραστατικού διακένου. Με αυτήν εννοώ τον χώρο και τον χρόνο ανάμεσα στην άμεση ενεργοποίηση μιας ετοιμότητας και στην οριστική της μετατροπή σε μία μοναδική ερμηνεία ή πράξη. Το διάκενο δεν είναι απλή αδράνεια. Είναι η δυνατότητα να εμφανιστούν περισσότερες από μία εικόνες, συνδέσεις και συνέχειες πριν το πρόσωπο υποχρεωθεί να καταλήξει. Ο Winnicott περιέγραψε τον δυνητικό χώρο του παιχνιδιού ως χώρο όπου το εσωτερικό και το εξωτερικό μπορούν να συναντηθούν χωρίς να συγχωνευθούν. Αντίστοιχα, η συζήτηση ενός ονείρου χρειάζεται έναν χώρο όπου η εικόνα μπορεί να δοκιμαστεί, να παιχτεί και να διορθωθεί χωρίς να κατασχεθεί από την αυθεντία του ερμηνευτή.

Η έμφαση αυτή συνομιλεί και με την πρόταση των Stern, Sander, Nahum και συνεργατών ότι η θεραπευτική αλλαγή δεν προκύπτει μόνο από την ερμηνεία, αλλά και από τη διαπροσωπική διαδικασία και τις μεταβολές της άρρητης σχεσιακής γνώσης. Η συνάντηση μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο τρόπο «να είμαστε μαζί» πριν ακόμη αυτός διατυπωθεί πλήρως. Η Θεωρία της Διαπασών προσθέτει ότι μια τέτοια στιγμή μπορεί να φέρει σε προσωρινή συμβατότητα διαφορετικές χρονικότητες και θέσεις του Συνεαυτού. Το όνειρο μπορεί να είναι ένας από τους τόπους όπου η μεταβολή αυτή αποκτά για πρώτη φορά εικόνα.

Η Επαναδιαπασών είναι κάτι περισσότερο από αυτή τη στιγμιαία εμφάνιση. Με τον όρο εννοώ μια αναδιοργάνωση που γίνεται ξανά διαθέσιμη σε μεταγενέστερες συναντήσεις και στην καθημερινή ζωή. Δεν αρκεί να αλλάξει ο θρόνος μέσα σε ένα όνειρο ούτε να υπάρξει μια συγκινητική κατανόηση σε μία συνεδρία. Χρειάζεται να αλλάξει κάτι στη σχέση ανάμεσα στους θρόνους: να μπορεί το πρόσωπο να αντέξει την εγγύτητα χωρίς να οργανώσει εξόντωση, να διατηρήσει τη διαφωνία χωρίς να καταστρέψει τον δεσμό, να ζητήσει βοήθεια χωρίς να παραδώσει την αυτονομία του και να αναγνωρίσει τον δικό του πόνο χωρίς να μετατρέψει τον Άλλο σε αποκλειστικό φορέα της παλιάς απειλής.

Από αυτή την άποψη, ο μύθος γίνεται ένα εγχειρίδιο ερωτήσεων και όχι ένα λεξικό απαντήσεων. Ποιος κατεβαίνει στο όνειρο; Ποιος μένει επάνω και θυμάται; Ποια εμβλήματα αφαιρούνται; Ποια άμυνα ή κοινωνική ταυτότητα παύει να λειτουργεί; Ποιος ρωτά «ποιος είσαι;» και ποια θέση απαντά; Ποιος σηκώνεται από τον θρόνο και ποιος κάθεται; Τι συμβαίνει αμέσως μετά την αλλαγή; Εμφανίζεται νέα σχέση ή μόνο αντιστροφή θύματος και θύτη; Ποιο βλέμμα ή ποια λέξη οριστικοποιεί το σώμα; Ποιο μέρος παραμένει κρεμασμένο και άχρονο; Υπάρχει κάποιος που θυμάται, πενθεί ή αποκρίνεται στον πόνο; Τι ανεβαίνει μαζί με τον ονειρευόμενο και σε ποιον κινδυνεύει να μεταφερθεί η παλιά καταδίκη;

Η μέθοδος διακρίνει επίσης τρία διαφορετικά γεγονότα: το όνειρο όπως βιώθηκε κατά τον ύπνο, το όνειρο όπως συγκρατήθηκε ή ανακατασκευάστηκε κατά την αφύπνιση και το όνειρο όπως αφηγείται αργότερα σε έναν άλλο άνθρωπο. Η θεραπευτική αφήγηση δεν αναπαράγει αυτούσια την αρχική ονειρική εμπειρία. Δημιουργεί μια δεύτερη σχεσιακή σκηνή. Σε αυτή τη σκηνή μπορούν να επανενεργοποιηθούν το συναίσθημα, η σωματική ετοιμότητα και η αναμονή του ονείρου, αλλά μπορούν επίσης να εμφανιστούν παύση, διαφωνία, μάρτυρας και νέες συνδέσεις που δεν υπήρχαν στην αρχική κατάληξη.

Η δημιουργική δύναμη της ερμηνείας είναι και ο λόγος που χρειάζεται περιορισμό. Πειραματικές μελέτες των Mazzoni, Loftus και συνεργατών έδειξαν ότι υποβλητικές ερμηνείες ονείρων μπορούν να αυξήσουν την πίστη ανθρώπων ότι ορισμένα προτεινόμενα παιδικά γεγονότα συνέβησαν, ακόμη και όταν η ερμηνεία κατασκευάστηκε ανεξάρτητα από το πραγματικό περιεχόμενο του ονείρου. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι κάθε ερμηνεία είναι ψευδής ή επιβλαβής. Δείχνει όμως ότι η αυθεντία του ερμηνευτή μπορεί να παράγει πεποιθήσεις και ότι η σύνδεση ενός ονείρου με ένα υποτιθέμενο τραύμα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι το γεγονός συνέβη. Η ερμηνεία πρέπει να παραμένει αναθεωρήσιμη, να συνδέεται με γνωστά στοιχεία και να διορθώνεται από τον ονειρευόμενο και τη μετέπειτα εμπειρία.

Η σύγχρονη έρευνα για τη θεραπευτική εργασία με όνειρα προσφέρει συγκρατημένη, όχι απόλυτη, υποστήριξη. Η ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των Spangler και Sim βρήκε μέτριες επιδράσεις του γνωσιακού-βιωματικού dreamwork στο βάθος της συνεδρίας και στην απόκτηση ενόρασης, ενώ οι ίδιοι οι συγγραφείς υπογραμμίζουν τα όρια της διαθέσιμης έρευνας. Τα δεδομένα αυτά δεν επιβεβαιώνουν τη Θεωρία της Διαπασών ούτε αποδεικνύουν ότι τα όνειρα διαθέτουν τη δομή της Καθόδου. Επιτρέπουν όμως να θεωρούμε την κοινή επεξεργασία του ονείρου πιθανό θεραπευτικό πεδίο, εφόσον δεν μετατρέπεται σε αυθαίρετη αποκάλυψη ενός κρυμμένου παρελθόντος.

Προς το επόμενο ερώτημα

Από τις τρεις βινιέτες προκύπτει ένα ερώτημα που δεν θα αναπτυχθεί στο παρόν άρθρο: μπορεί το ίδιο σχήμα της πυκνής Διαπασών —η συνύπαρξη διαφορετικών χρόνων, θέσεων του Συνεαυτού και σημαντικών Άλλων— να εμφανίζεται και σε άλλες στιγμές της ξύπνιας ζωής; Μια ιδιαίτερα γόνιμη περίπτωση είναι η σύγκρουση του ζευγαριού, όπου ο σημερινός σύντροφος μπορεί για λίγο να καλυφθεί από μια παλαιότερη σχεσιακή θέση και ο καθένας να βρεθεί σε έναν «θρόνο» που προϋπήρχε της παρούσας σχέσης.

Η διερεύνηση αυτή ανήκει σε ξεχωριστό άρθρο. Εκεί θα εξεταστεί πώς μια σύγκρουση μπορεί να γίνει πυκνή παλμική στιγμή, πώς οι σύντροφοι μετακινούνται σε παλαιότερες θέσεις παιδιού, γονιού, διώκτη ή εγκαταλειμμένου, και πώς μπορούν να επιστρέψουν στον πραγματικό Άλλο που βρίσκεται απέναντί τους. Εδώ αρκεί να διατηρήσουμε το ερώτημα που γεννά η ονειρική μας ανάγνωση: αλλάζει μόνο ο κάτοχος του θρόνου ή μπορεί να αλλάξει και η σχέση ανάμεσα στους θρόνους;

Επίλογος

Η Κάθοδος της Ινάννα δεν μας προσφέρει έναν κατάλογο σταθερών συμβόλων. Μας προσφέρει κάτι πιο χρήσιμο: μια ακολουθία ερωτημάτων για τη μετάβαση. Η Ινάννα στρέφεται προς έναν χώρο που δεν κυβερνά, κρατά ένα νήμα με τον επάνω κόσμο, χάνει τα εμβλήματά της, κάθεται στον θρόνο της αδελφής της, πεθαίνει μέσα στη νέα θέση, αποκτά μάρτυρα μέσω της μνήμης της Νινσουμπούρ και της απόκρισης των πλασμάτων του Ένκι, επιστρέφει και δοκιμάζεται στη σχέση με τον Ντουμούζι. Η επάνοδος δεν είναι καθαρό τέλος. Φέρει μαζί της τον Κάτω Κόσμο και αποκαλύπτει ότι εκείνος που σώθηκε μπορεί να επαναλάβει επάνω σε άλλον τον θάνατο που υπέστη.

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μάθημα του μύθου για την ερμηνεία των ονείρων. Η θεραπευτική εργασία δεν ολοκληρώνεται όταν βρεθεί μια ευφυής εξήγηση ούτε όταν ο ονειρευόμενος αλλάξει απλώς θέση. Ολοκληρώνεται —στον βαθμό που μπορεί ποτέ να ολοκληρωθεί— όταν η επανάληψη αποκτά μνήμη, όταν το άχρονο γεγονός εισέρχεται σε ακολουθία, όταν το πρόσωπο μπορεί να επιστρέψει από την εσωτερική σκηνή χωρίς να χαθεί μέσα της και χωρίς να παραδώσει στον πραγματικό Άλλο τον θάνατο από τον οποίο μόλις επέστρεψε.

Δεν έχουμε σκοπό να σταματήσουμε κάθε επανάληψη. Είμαστε πλάσματα που γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν μέσα σε έναν επαναλαμβανόμενο πλανητικό κόσμο: ημέρα και νύχτα, εποχές, συνάντηση και αποχωρισμός, γέννηση, φθορά και νέα αρχή. Το ζητούμενο δεν είναι να σπάσουμε τον τροχό και να μείνουμε έξω από τον χρόνο. Είναι να μην τρέχουμε μέσα του χωρίς μνήμη. Ένα όνειρο μπορεί, για μια πυκνή στιγμή, να μας δείξει τον τροχό, τους θρόνους και τις μετακινήσεις μας. Η θεραπευτική σχέση μπορεί να βοηθήσει ώστε αυτή η στιγμή να μην χαθεί με την αφύπνιση. Και η Επαναδιαπασών αρχίζει όταν η γνώση της στιγμής γίνεται νέος τρόπος να επιστρέφουμε στον εαυτό μας και να στεκόμαστε απέναντι στον Άλλο ως ίσο αλλά χωριστό πρόσωπο.

Βιβλιογραφία

Andersen, S. M., & Chen, S. (2002). The relational self: An interpersonal social-cognitive theory. Psychological Review, 109(4), 619–645. https://doi.org/10.1037/0033-295X.109.4.619

Cuneiform Digital Library Initiative. CDLI Literary 000343 (Inanna’s Descent), composite P468903 / Q000343. https://cdli.earth/artifacts/468903

Electronic Text Corpus of Sumerian Literature. Inana’s Descent to the Nether World (composition 1.4.1). University of Oxford. https://etcsl.orinst.ox.ac.uk/cgi-bin/etcsl.cgi?text=t.1.4.1#

Freud, S. (1900). Die Traumdeutung. Franz Deuticke.

Hermans, H. J. M., Kempen, H. J. G., & van Loon, R. J. P. (1992). The dialogical self: Beyond individualism and rationalism. American Psychologist, 47(1), 23–33. https://doi.org/10.1037/0003-066X.47.1.23

Katz, D. (2003). The Image of the Netherworld in the Sumerian Sources. CDL Press.

Mazzoni, G. A. L., Loftus, E. F., Seitz, A., & Lynn, S. J. (1999). Changing beliefs and memories through dream interpretation. Applied Cognitive Psychology, 13(2), 125–144. https://doi.org/10.1002/(SICI)1099-0720(199904)13:2%3C125::AID-ACP560%3E3.0.CO;2-5

Mazzoni, G. A. L., Lombardo, P., Malvagia, S., & Loftus, E. F. (1999). Dream interpretation and false beliefs. Professional Psychology: Research and Practice, 30(1), 45–50. https://doi.org/10.1037/0735-7028.30.1.45

Spangler, P. T., & Sim, W. (2023). Working with dreams and nightmares: A review of the research evidence. Psychotherapy, 60(3), 383–395. https://doi.org/10.1037/pst0000484

Stern, D. N., Sander, L. W., Nahum, J. P., Harrison, A. M., Lyons-Ruth, K., Morgan, A. C., Bruschweiler-Stern, N., & Tronick, E. Z. (1998). Non-interpretive mechanisms in psychoanalytic therapy: The “something more” than interpretation. International Journal of Psycho-Analysis, 79(5), 903–921.

Winnicott, D. W. (1971). Playing and Reality. Tavistock.