Επιστημονικό και θεωρητικό άρθρο · Ζευγάρι, σύγκρουση και σχεσιακές θέσεις
Όταν το παρελθόν κάθεται ανάμεσά μας
Η σύγκρουση του ζευγαριού ως πυκνή παλμική στιγμή
Περίληψη
Το άρθρο εξετάζει τη σύγκρουση του ζευγαριού ως στιγμή κατά την οποία το παρόν γεγονός μπορεί να ενεργοποιήσει παλαιότερες σχεσιακές θέσεις και να μεταβάλει απότομα τον τρόπο με τον οποίο οι σύντροφοι αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλον. Αφετηρία αποτελεί η μεταφορά του θρόνου, η οποία αναπτύχθηκε σε προηγούμενο άρθρο για την Κάθοδο της Ινάννα: ο θρόνος είναι η συνέχεια μιας θέσης πέρα από τον εκάστοτε κάτοχό της. Στη σύγκρουση ο ενήλικος μπορεί να βρεθεί προσωρινά στον θρόνο του εγκαταλειμμένου παιδιού, του διωκτικού γονέα, του αβοήθητου φροντιστή ή του ψυχρού δικαστή, ενώ αποδίδει στον σύντροφο τη συμπληρωματική θέση ενός παλαιότερου δράματος. Η μετακίνηση αυτή ονομάζεται μεταφορικά «τηλεμεταφορά», χωρίς να υποδηλώνει κυριολεκτική επιστροφή στο παρελθόν, ψύχωση ή ακριβή ανάκληση μιας παιδικής σκηνής. Περιγράφει τη βιωματική σύμπτωση διαφορετικών χρόνων και την προσωρινή επικράτηση ενός προγενέστερου τρόπου οργάνωσης.
Με βάση τη Θεωρία της Διαπασών, η ένταση της σύγκρουσης δεν αποτελεί από μόνη της Πυκνή Διαπασών. Πυκνή γίνεται η στιγμή όταν μπορούν να παραμείνουν συγχρόνως διαθέσιμα το σημερινό γεγονός, ο πόνος του κάθε συντρόφου, η ιστορική ηχώ που ενεργοποιείται, η επίδραση της συμπεριφοράς του ενός στον άλλο και η χωριστή πραγματικότητα του πραγματικού Άλλου. Η μετάβαση δεν ολοκληρώνεται όταν αντιστραφούν οι ρόλοι του θύματος και του θύτη, αλλά όταν μεταβληθεί η ίδια η σχέση ανάμεσα στις θέσεις. Το άρθρο συνομιλεί με την έρευνα για το μοτίβο απαίτησης–απόσυρσης, τη σχεσιακή προσκόλληση, την ψυχικοποίηση υπό συνθήκες έντασης, τη φυσιολογική υπερδιέγερση και τη θεραπεία ζεύγους. Διατηρεί, ωστόσο, σαφή όρια: η αναφορά στο παρελθόν δεν ακυρώνει πραγματική αδικία, ανισότητα, εξαναγκασμό ή βία και δεν συνεπάγεται ότι οι ευθύνες των δύο συντρόφων είναι πάντοτε συμμετρικές.
Λέξεις-κλειδιά: ζευγάρι, σύγκρουση, θρόνος, Διαπασών, Συνεαυτός, Παλμική Διαπασών, Πυκνή Διαπασών, Επαναδιαπασών, απαίτηση–απόσυρση, πραγματικός Άλλος.
Από το όνειρο στη σύγκρουση
Σε προηγούμενο άρθρο χρησιμοποιήσαμε τη σουμεριακή Κάθοδο της Ινάννα στον Κάτω Κόσμο ως σύγχρονο υπόδειγμα ανάγνωσης ορισμένων ονείρων. Η κρίσιμη στιγμή δεν ήταν απλώς η κάθοδος ή ο θάνατος της θεάς, αλλά η αλλαγή του θρόνου. Η Ινάννα κάνει την Ερεσκιγκάλ να σηκωθεί, κάθεται στη θέση της και εκτίθεται αμέσως στον νόμο που κατοικεί σε αυτή τη θέση. Αργότερα, όταν επιστρέφει, βρίσκει τον Ντουμούζι καθισμένο μεγαλόπρεπα και στρέφει επάνω του το βλέμμα, τον λόγο και την κραυγή του θανάτου που είχε δεχθεί η ίδια. Η αλλαγή του κατοίκου δεν έχει αλλάξει ακόμη τη σχέση ανάμεσα στις θέσεις. Εκείνη που υπέστη την καταδίκη γίνεται φορέας της.
Το προηγούμενο άρθρο τελείωνε με ένα ερώτημα: μπορεί η ίδια γραμματική να εμφανίζεται και έξω από το όνειρο, σε πυκνές στιγμές της ξύπνιας ζωής; Η σύγκρουση του ζευγαριού προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο πεδίο. Ένα βλέμμα, μια καθυστέρηση, μια σιωπή ή μια αλλαγή στον τόνο της φωνής μπορεί να κινητοποιήσει πολύ περισσότερα από όσα δηλώνει το άμεσο γεγονός. Το παρόν συμβάν εξακολουθεί να είναι πραγματικό, αλλά γύρω του συγκεντρώνονται παλαιότερες σχέσεις, φόβοι, προσδοκίες και σωματικές ετοιμότητες. Ο ένας σύντροφος δεν ακούει μόνο ότι ο άλλος χρειάζεται λίγο χρόνο· μπορεί να αισθανθεί ότι εγκαταλείπεται. Ο άλλος δεν ακούει μόνο ένα αίτημα εγγύτητας· μπορεί να αισθανθεί ότι ελέγχεται και ότι χάνει τον χώρο ή την αναπνοή του. Διαφορετικοί χρόνοι εισέρχονται τότε στο ίδιο δωμάτιο.
Το παρόν άρθρο αρχίζει από εκείνο το ερώτημα, αλλά δεν προϋποθέτει ότι ο αναγνώστης γνωρίζει το προηγούμενο. Οι αναγκαίοι όροι θα οριστούν ξανά και η αναφορά στον μύθο θα λειτουργήσει μόνο ως συγκριτική εικόνα. Η σύγκρουση δεν θα παρουσιαστεί ως όνειρο ούτε οι σύντροφοι ως μυθολογικές μορφές. Το ενδιαφέρον μας βρίσκεται στη μετάβαση: πώς ένα σημερινό γεγονός ενεργοποιεί μια παλαιότερη θέση, πώς ο πραγματικός σύντροφος μπορεί να καλυφθεί από αυτή και πώς γίνεται δυνατή η επιστροφή σε εκείνον χωρίς να διαγραφεί ούτε η ιστορία ούτε η πραγματική σημερινή πράξη.
Μια σύγκρουση σπάνια αρχίζει τη στιγμή που ακούγονται οι πρώτες σκληρές λέξεις. Το περιστατικό εισέρχεται σε ένα πεδίο που έχει ήδη διαμορφωθεί από προηγούμενες συναντήσεις, ανεκπλήρωτες προσδοκίες, επισκευασμένες ή ανεπίλυτες ρήξεις και ρυθμούς προσέγγισης και απομάκρυνσης. Ακόμη και η φυσιολογική κατάσταση των δύο σωμάτων πριν από τη συζήτηση μπορεί να περιορίζει ή να διευρύνει τις διαθέσιμες αποκρίσεις. Η πείνα, η εξάντληση, η βιασύνη, η κατανάλωση αλκοόλ, ένας προηγούμενος φόβος ή η παρουσία των παιδιών μπορούν να αλλάξουν τη μορφή του ίδιου θέματος. Η θεωρία που ακολουθεί δεν αναζητά μία κρυμμένη αιτία πίσω από κάθε καβγά. Εξετάζει πώς οργανώνεται μια συγκεκριμένη στιγμή και ποια ιστορία γίνεται τότε διαθέσιμη.
Η παλμική ενεργοποίηση και οι θρόνοι
Θα ονομάσω παλμική ενεργοποίηση τη στιγμή κατά την οποία ένα σημερινό σχεσιακό ερέθισμα κινητοποιεί έναν ιστορικά διαμορφωμένο τρόπο αναμονής και απόκρισης πριν αυτός αναγνωριστεί πλήρως με λέξεις. Ο όρος δεν δηλώνει ότι το σώμα αναπαράγει μηχανικά ένα αποθηκευμένο παρελθόν ούτε ότι κάθε ισχυρή αντίδραση προέρχεται από παιδικό τραύμα. Δηλώνει ότι η προηγούμενη ζωή μπορεί να παραμένει παρούσα ως ετοιμότητα: ο άνθρωπος περιμένει εγκατάλειψη, εισβολή, ταπείνωση ή απόρριψη και οργανώνει την επόμενη κίνησή του απέναντι σε αυτό που αναμένει.
Η ενεργοποίηση ονομάζεται παλμική επειδή δεν είναι μια αμετάβλητη ουσία που βρίσκεται συνεχώς στο ίδιο επίπεδο. Αυξάνεται, υποχωρεί και επανέρχεται. Μπορεί να πυροδοτείται από την απόσταση, να ενισχύεται από την καθυστέρηση της απάντησης, να μειώνεται από μια χειρονομία αναγνώρισης και να επανενεργοποιείται από έναν τόνο φωνής. Η σχεσιακή ιστορία υπάρχει εδώ όχι μόνο ως αφήγηση αλλά ως ρυθμός: πόσο γρήγορα πλησιάζω, πόσο μπορώ να περιμένω, πότε θεωρώ τη σιωπή εγκατάλειψη και πότε βιώνω την εγγύτητα ως εισβολή.
Για να περιγράψω την απότομη μεταβολή της θέσης θα χρησιμοποιήσω τη μεταφορά του θρόνου. Θρόνος είναι η συνέχεια μιας σχεσιακής θέσης πέρα από τον εκάστοτε κάτοχό της. Δεν είναι μόνο ένας ρόλος που το πρόσωπο υποδύεται συνειδητά. Περιλαμβάνει έναν τρόπο να αισθάνεται, να βλέπει τον άλλον, να προβλέπει την επόμενη κίνησή του και να θεωρεί ορισμένες αποκρίσεις αναγκαίες, ενώ άλλες γίνονται προσωρινά αδιανόητες. Κανένας άνθρωπος δεν είναι ο ίδιος ο θρόνος. Κατοικεί προσωρινά μια θέση, φέρει τα εμβλήματά της και μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να μετακινηθεί.
Ο θρόνος του εγκαταλειμμένου παιδιού, για παράδειγμα, δεν περιέχει μόνο λύπη. Μπορεί να περιέχει την ετοιμότητα να κρατήσει τον άλλο με θυμό, να τον κατηγορήσει πριν προλάβει να φύγει, να απαιτήσει απόδειξη αγάπης ή να αποσυρθεί πρώτο ώστε να μην υποστεί ξανά την αναμονή. Ο θρόνος του ελεγκτικού γονέα οργανώνει μια διαφορετική θέση, από την οποία η αυτονομία του άλλου βιώνεται ως ανυπακοή και η διαφορά ως απειλή. Ο θρόνος του διωκόμενου παιδιού μπορεί να μετατρέπει κάθε ερώτηση σε ανάκριση, ενώ ο θρόνος του αβοήθητου φροντιστή μπορεί να μετατρέπει κάθε ανάγκη του άλλου σε απόδειξη ότι πρέπει να σηκώσει μόνος ολόκληρη τη σχέση.
Οι θέσεις αυτές δεν αποτελούν διαγνώσεις και δεν ανήκουν μόνιμα σε ένα φύλο ή σε έναν σύντροφο. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να μετακινηθεί από τον θρόνο του αβοήθητου παιδιού στον θρόνο του τιμωρητικού γονέα. Μπορεί να αρχίσει παρακαλώντας να ακουστεί και να τελειώσει διατάζοντας τον άλλο να φύγει. Ο σύντροφός του μπορεί να αρχίσει στον θρόνο του κατηγορούμενου παιδιού και να μετακινηθεί στον θρόνο του ψυχρού, απορριπτικού γονέα. Η αλλαγή θρόνου δεν σημαίνει ότι έχει αλλάξει ο σχεσιακός νόμος. Μπορεί απλώς να έχει αντιστραφεί ποιος εγκαταλείπει, ποιος κατηγορεί, ποιος σιωπά και ποιος εξουσιάζει.
Στη σύγκρουση οι θρόνοι μπορούν να λειτουργήσουν σαν να «τηλεμεταφέρουν» τους συντρόφους σε μια παλαιότερη σκηνή ρήξης ανάμεσα στο τότε παιδί και στον τότε γονέα. Η λέξη τηλεμεταφορά χρησιμοποιείται αυστηρά ως μεταφορά. Δεν σημαίνει ότι ο ενήλικος επιστρέφει κυριολεκτικά στην παιδική ηλικία, ότι παύει να έχει επαφή με την πραγματικότητα ή ότι ανακαλεί με ιστορική ακρίβεια ένα συγκεκριμένο γεγονός. Δηλώνει τη βιωματική σύμπτωση δύο χρόνων: το σημερινό γεγονός εξακολουθεί να συμβαίνει, αλλά η ένταση, η προσδοκία και οι διαθέσιμες αντιδράσεις οργανώνονται προσωρινά από έναν προγενέστερο τρόπο σχέσης.
Μπορούμε να μιλήσουμε εδώ για παλινδρόμηση, εφόσον δεν την αντιλαμβανόμαστε ως πλήρη εξαφάνιση του ενήλικου προσώπου. Η παλινδρόμηση είναι η προσωρινή επικράτηση ενός παλαιότερου τρόπου οργάνωσης. Ο ενήλικος εξακολουθεί να διαθέτει τη γλώσσα, τη σωματική δύναμη και την κοινωνική εξουσία του παρόντος, αλλά μπορεί να τις χρησιμοποιεί στην υπηρεσία ενός τότε παιδιού που αισθάνεται ακόμη αβοήθητο. Γι’ αυτό η συμπεριφορά του μπορεί να είναι ταυτόχρονα ευάλωτη ως προς την εσωτερική της αφετηρία και πραγματικά επιθετική ως προς την επίδρασή της στον άλλο.
Ο θυμός γίνεται τότε η γλώσσα του θρόνου. Το πρόσωπο δεν εκφράζει μόνο δυσαρέσκεια για το σημερινό περιστατικό· μιλά και ενεργεί μέσα από μια θέση που κάποτε είχε πολύ λιγότερες δυνατότητες. Μπορεί να φωνάζει σαν το παιδί που δεν μπορούσε να ακουστεί ή να επιβάλλεται σαν τον γονέα από τον οποίο κάποτε προσπαθούσε να προστατευθεί. Η ιστορική προέλευση της αντίδρασης δεν την καθιστά αθώα. Εξηγεί μέρος της οργάνωσής της, αλλά δεν αφαιρεί την ευθύνη για τη σημερινή πράξη.
Καθώς η παλαιότερη σκηνή αποκτά οργανωτική δύναμη, ο πραγματικός σύντροφος κινδυνεύει να χαθεί από το αντιληπτικό και συναισθηματικό πεδίο. Δεν εξαφανίζεται ως εξωτερικό πρόσωπο, αλλά παύει προσωρινά να γίνεται αντιληπτός στην πληρότητα της σημερινής του ιστορίας, της πρόθεσης, της δυσκολίας και της διαφοράς του. Βλέπεται κυρίως ως κάτοχος του συμπληρωματικού θρόνου: ως ο γονέας που εγκαταλείπει, ελέγχει ή ταπεινώνει, ή ως το παιδί που απαιτεί, εξαρτάται και δεν υπακούει.
Ο όρος Συνεαυτός βοηθά να περιγράψουμε αυτή την πολλαπλότητα χωρίς να μιλήσουμε για διαφορετικές προσωπικότητες ή για έναν κρυφό, αμετάβλητο αληθινό πυρήνα. Συνεαυτός είναι η συνέχεια του ίδιου ανθρώπου μέσα από πολλαπλές σχεσιακές θέσεις. Το παιδί που φοβάται, ο ενήλικος που αγαπά, ο γονεϊκός φροντιστής, ο τιμωρός και εκείνος που αποσύρεται μπορούν να ανήκουν στην ιστορία του ίδιου προσώπου. Το θεραπευτικό ερώτημα δεν είναι ποια θέση είναι η «πραγματική», αλλά πώς σχετίζονται μεταξύ τους και ποια από αυτές αποκλείει τις υπόλοιπες σε μια συγκεκριμένη στιγμή.
Η έννοια του Συνεαυτού συνομιλεί με τον Διαλογικό Εαυτό των Hermans, Kempen και van Loon, ο οποίος περιγράφει πολλαπλές θέσεις του «Εγώ», και με τον σχεσιακό εαυτό των Andersen και Chen, στον οποίο πλευρές της γνώσης του εαυτού συνδέονται με αναπαραστάσεις σημαντικών άλλων. Η δική μας πρόταση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μετάβαση ανάμεσα στις θέσεις και στον ρυθμό με τον οποίο αυτές ενεργοποιούνται μέσα σε μια πραγματική σχέση.
Πώς ο ένας στρατολογεί τον άλλο στον παλιό κύκλο
Η παλμική ενεργοποίηση του ενός δεν παραμένει κλεισμένη μέσα του. Η συμπεριφορά που γεννά μεταβάλλει το σχεσιακό πεδίο και μπορεί να στρατολογήσει τον σύντροφο στην αναμενόμενη συμπληρωματική θέση. Όσο περισσότερο ο ένας απαιτεί να αποδειχθεί ότι δεν θα εγκαταλειφθεί, τόσο περισσότερο ο άλλος μπορεί να αισθάνεται ότι δεν έχει χώρο και να απομακρύνεται. Όσο περισσότερο απομακρύνεται, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνει την αρχική αναμονή της εγκατάλειψης. Ο κύκλος φαίνεται να αποδεικνύει στον καθένα ότι ο φόβος του ήταν εξαρχής σωστός.
Η έρευνα για το μοτίβο απαίτησης–απόσυρσης έχει περιγράψει έναν παρόμοιο αλληλοενισχυόμενο κύκλο: ο ένας σύντροφος πιέζει για συζήτηση, αλλαγή ή άμεση επίλυση, ενώ ο άλλος αποφεύγει, σιωπά ή προσπαθεί να τερματίσει τη συζήτηση. Οι πρώτες μελέτες τόνισαν διαφορές φύλου, αλλά μεταγενέστερη εργασία έδειξε ότι οι θέσεις συνδέονται επίσης με το ποιος επιθυμεί αλλαγή σε ένα συγκεκριμένο θέμα και με τη δομή ισχύος της σχέσης. Επομένως, δεν θα μετατρέψουμε τη γυναίκα σε μόνιμη «διώκτρια» και τον άνδρα σε μόνιμο «αποσυρόμενο». Μας ενδιαφέρει η κυκλική λειτουργία, όχι μια έμφυλη ουσία (Christensen & Heavey, 1990).
Η Θεωρία της Διαπασών προσθέτει σε αυτή την περιγραφή την έννοια του θρόνου και της πολυχρονικότητας. Η απαίτηση δεν είναι μόνο επικοινωνιακή στρατηγική· μπορεί να είναι η φωνή ενός παιδιού που πιστεύει ότι, αν σταματήσει να φωνάζει, θα πάψει να υπάρχει για τον άλλο. Η απόσυρση δεν είναι μόνο άρνηση επικοινωνίας· μπορεί να είναι η άμυνα ενός παιδιού για το οποίο κάθε έντονη εγγύτητα προμήνυε έλεγχο ή ταπείνωση. Αυτές είναι πιθανές ιστορικές οργανώσεις, όχι βεβαιότητες που επιτρέπεται να αποδοθούν χωρίς τη μαρτυρία των ίδιων των συντρόφων.
Το ζευγάρι δημιουργεί έτσι έναν αυτοενισχυόμενο κύκλο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας είναι υπεύθυνος κατά πενήντα τοις εκατό για όλα όσα συμβαίνουν. Η κυκλικότητα της αλληλεπίδρασης δεν καταργεί την ασυμμετρία της πράξης. Η σιωπή, η κριτική, η απιστία, η απειλή, ο οικονομικός έλεγχος και η σωματική βία δεν είναι ισοδύναμες συμπεριφορές. Δύο πράξεις μπορούν να συμμετέχουν στον ίδιο κύκλο και να έχουν εντελώς διαφορετικό ηθικό, σωματικό και πρακτικό βάρος.
Ένα υποθετικό παράδειγμα μπορεί να κάνει ορατή τη μετάβαση. Ο ένας σύντροφος έχει υποσχεθεί ότι θα επιστρέψει νωρίς, αλλά καθυστερεί και δεν στέλνει μήνυμα. Ο άλλος τηλεφωνεί επανειλημμένα και, όταν τελικά λαμβάνει απάντηση, λέει: «Ποτέ δεν με σκέφτεσαι. Αν με αγαπούσες, θα ήξερες τι μου κάνεις». Ο πρώτος επιστρέφει σιωπηλός, αποφεύγει το βλέμμα και λέει: «Δεν αντέχω άλλη ανάκριση. Πάντα δραματοποιείς τα πάντα». Ο δεύτερος υψώνει τη φωνή, ο πρώτος κλείνεται σε άλλο δωμάτιο και η κλειστή πόρτα γίνεται για τον καθένα η απόδειξη της δικής του ιστορίας.
Το σημερινό γεγονός δεν είναι φανταστικό: υπήρξε υπόσχεση, καθυστέρηση και έλλειψη ενημέρωσης. Η αναγνώριση του παλιού θρόνου δεν πρέπει να διαγράψει αυτό το γεγονός. Συγχρόνως, η καθυστέρηση μπορεί να ενεργοποιήσει στον δεύτερο σύντροφο μια παλαιότερη θέση αναμονής, όπου η απουσία σήμαινε ότι δεν είχε σημασία για κανέναν. Οι επαναλαμβανόμενες κλήσεις και η κατηγορία μπορούν με τη σειρά τους να ενεργοποιήσουν στον πρώτο μια θέση όπου κάθε ερώτηση βιωνόταν ως έλεγχος και όπου η μόνη προστασία ήταν η σιωπή και η φυγή.
Καθώς η σύγκρουση εξελίσσεται, οι θέσεις μπορούν να αντιστραφούν. Εκείνος που άρχισε ως εγκαταλειμμένο παιδί μπορεί να βρεθεί στον θρόνο του τιμωρητικού γονέα: ορίζει τι αισθάνεται ο άλλος, αποδίδει πρόθεση και απαιτεί υποταγή. Εκείνος που άρχισε ως διωκόμενο παιδί μπορεί να βρεθεί στον θρόνο του ψυχρού γονέα: αποσύρεται, αρνείται την επαφή και αφήνει τον άλλο μόνο. Κανένας δεν έχει γίνει κυριολεκτικά ο γονιός του. Η παλιά σχεσιακή γεωμετρία, όμως, έχει βρει νέους κατοίκους.
Αυτό είναι το σημείο όπου το ζευγάρι μπορεί να χάσει τη σημερινή διαφορά. Ο ένας δεν βλέπει έναν άνθρωπο που καθυστέρησε, ίσως αμελώς, και τώρα αισθάνεται ελεγχόμενος· βλέπει τον εγκαταλείποντα. Ο άλλος δεν βλέπει έναν άνθρωπο που πληγώθηκε από μια πραγματική αθέτηση· βλέπει τον διώκτη. Οι ονομασίες γίνονται απόλυτες: «είσαι αδιάφορος», «είσαι τρελή», «είσαι ίδιος με…», «πάντα», «ποτέ». Το βλέμμα και ο λόγος του θρόνου ακινητοποιούν τον άλλο σε μία τελική ταυτότητα.
Η σωματική υπερδιέγερση ενισχύει αυτή τη στένωση. Η έρευνα του Gottman και του Levenson συνέδεσε τη δυσρυθμισμένη συζυγική αλληλεπίδραση με αρνητική έκφραση, αμυντικότητα, πείσμα, απόσυρση και φυσιολογική αντιδραστικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια μεμονωμένη σωματική αντίδραση προβλέπει τη μοίρα ενός συγκεκριμένου ζευγαριού (Gottman & Levenson, 1992). Υπό υψηλή διέγερση, το σώμα προετοιμάζεται για άμεση προστατευτική πράξη και περιορίζει την ικανότητα να κρατά συγχρόνως πολλές ερμηνείες.
Από διαφορετική θεωρητική αφετηρία, οι Fonagy και Luyten έχουν προτείνει ότι η έντονη ενεργοποίηση του συστήματος προσκόλλησης και το διαπροσωπικό στρες μπορούν να μετακινήσουν την ψυχικοποίηση από πιο ελεγχόμενες και σύνθετες μορφές προς ταχύτερες, αυτόματες αποκρίσεις (Fonagy & Luyten, 2009). Με απλά λόγια, όταν φοβόμαστε ότι χάνουμε έναν σημαντικό δεσμό, δυσκολευόμαστε περισσότερο να θυμόμαστε ότι ο άλλος έχει νου διαφορετικό από τον δικό μας και ότι η πρόθεσή του δεν είναι αυτονόητη. Η θεωρία του θρόνου περιγράφει τη βιωματική πλευρά της ίδιας στένωσης: ο άλλος παύει να είναι ανοιχτό ερώτημα και γίνεται ο κάτοχος μιας ήδη γνωστής θέσης.
Από την παλμική σύγκρουση στην Πυκνή Διαπασών
Η ένταση της σύγκρουσης δεν την καθιστά από μόνη της Πυκνή Διαπασών. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο: όσο αυξάνεται η ένταση, τόσο το πεδίο στενεύει ώσπου να απομείνουν μία απειλή, μία βεβαιότητα και μία διαθέσιμη αντίδραση. Ο ένας πρέπει να κερδίσει, να φύγει ή να υποταχθεί. Η στιγμή είναι φορτισμένη αλλά φτωχή σε δυνατότητες.
Με τον όρο Διαπασών περιγράφω μια συνθήκη μέσα στην οποία διαφορετικές λειτουργίες, χρονικότητες ή πρόσωπα μπορούν να συμμετέχουν σε μια κοινή εξελισσόμενη κατάσταση χωρίς να χρειάζεται να γίνουν όμοια ή να συγχωνευθούν. Η Διαπασών δεν σημαίνει αρμονία ή απουσία σύγκρουσης. Σημαίνει ότι η διαφορά δεν καταστρέφει αναγκαστικά τη σχέση και μπορεί να συμμετέχει στην παραγωγή μιας νέας δυνατότητας.
Με τον όρο Παλμική Διαπασών περιγράφω υποθετικά τον τρόπο με τον οποίο ετοιμότητες ρυθμού, παύσης, αναμονής, επανάληψης, καθυστέρησης και αποκατάστασης συναντούν η μία την άλλη μέσα σε ένα πρόσωπο και ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Δεν εννοώ έναν κυριολεκτικό, ενιαίο ή ήδη μετρημένο βιολογικό παλμό. Εννοώ ότι οι σύντροφοι ρυθμίζουν διαρκώς όχι μόνο το περιεχόμενο της συζήτησης αλλά και την απόσταση, την ταχύτητα, τη σιωπή και τη δυνατότητα επιστροφής μετά τη ρήξη.
Η έρευνα για τη ρύθμιση του συναισθήματος στα ζευγάρια περιγράφει αντίστοιχα μια δυναμική και επαναληπτική διαδικασία: οι προσπάθειες ρύθμισης του ενός γίνονται ερέθισμα για τον άλλο και οι ακολουθίες μπορούν να παγιωθούν με τον χρόνο. Η ομοιότητα αυτή δεν αποδεικνύει τη Θεωρία της Διαπασών, αλλά προσφέρει εξωτερική στήριξη στην ιδέα ότι η συναισθηματική οργάνωση ενός ζευγαριού δεν βρίσκεται απλώς μέσα σε δύο ξεχωριστά άτομα· παράγεται και στο μεταξύ τους πεδίο (Haase, 2023).
Η στιγμή γίνεται Πυκνή Διαπασών όταν περισσότερες διαφορετικές πλευρές μπορούν να παραμείνουν συγχρόνως διαθέσιμες χωρίς η μία να ακυρώσει τις άλλες. Στο υποθετικό μας ζευγάρι αυτό θα σήμαινε ότι μπορούν να συνυπάρξουν τουλάχιστον πέντε στοιχεία: υπήρξε πραγματική αθέτηση της συμφωνίας· ο ένας πληγώθηκε και φοβήθηκε· η παλαιότερη ιστορία έκανε την καθυστέρηση ακόμη πιο απειλητική· η κατηγορία και η πίεση επηρέασαν πραγματικά τον άλλο· και ο άλλος παραμένει χωριστό πρόσωπο του οποίου η εμπειρία δεν εξαντλείται ούτε από την αμέλεια ούτε από τον παλιό θρόνο που του αποδόθηκε.
Η πυκνότητα δεν απαιτεί να συμφωνήσουν οι δύο για όλα. Δεν απαιτεί να μοιραστούν ισόποσα την ευθύνη ούτε να παραιτηθούν από τα όριά τους. Απαιτεί να μπορούν να παραμείνουν μέσα στην ίδια σκηνή περισσότερες από μία αλήθειες χωρίς να μετατρέπονται αμέσως σε αμοιβαία ακύρωση. Ο ένας μπορεί να πει: «Η καθυστέρησή σου και το ότι δεν με ενημέρωσες με πλήγωσαν πραγματικά. Βλέπω επίσης ότι, όταν φοβήθηκα, σου απέδωσα πως δεν νοιάζεσαι καθόλου και προσπάθησα να σε αναγκάσω να μου αποδείξεις το αντίθετο». Ο άλλος μπορεί να απαντήσει: «Δεν σε ενημέρωσα και καταλαβαίνω την επίδραση. Όταν άκουσα ότι ποτέ δεν σε σκέφτομαι, ένιωσα ότι δεν υπάρχει τρόπος να ακουστώ και κλείστηκα. Η σιωπή μου σε άφησε ακόμη πιο μόνη».
Οι φράσεις αυτές δεν είναι συνταγή ούτε εγγύηση αυθεντικότητας. Δείχνουν τη δομή μιας νέας δυνατότητας: το πρόσωπο δεν εγκαταλείπει τον δικό του πόνο, αλλά παύει να χρειάζεται να ορίσει ολόκληρη την ύπαρξη του άλλου για να τον υπερασπιστεί. Μπορεί να αναγνωρίσει ταυτόχρονα το γεγονός, τη δική του ιστορική ηχώ, τη σημερινή του πράξη και την επίδρασή της στον άλλο.
Θα ονομάσω Εξωτερική Διαπασών την κοινή κατάσταση που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο αυτοτελή πρόσωπα. Δεν είναι συγχώνευση ούτε πλήρης αμοιβαία κατανόηση. Είναι η δυνατότητα να συντονιστούν αρκετά ώστε να παραμείνουν σε σχέση, ενώ διατηρούν τη χωριστή τους εμπειρία. Ο ένας δεν χρειάζεται να αισθανθεί ακριβώς ό,τι ο άλλος ούτε να δεχθεί την ερμηνεία του. Χρειάζεται να μπορεί να αναγνωρίσει ότι απέναντί του υπάρχει νους που δεν του ανήκει.
Σε αυτή τη μετάβαση μπορεί να εμφανιστεί μια τρίτη θέση. Το τρίτο δεν είναι υποχρεωτικά τρίτο πρόσωπο και δεν είναι δικαστής που αποφασίζει ποιος έχει δίκιο. Μπορεί να είναι ο θεραπευτής, μια συμφωνημένη παύση, η μνήμη μιας προηγούμενης επισκευής, μια φράση που ονομάζει τον κύκλο ή η κοινή αναγνώριση ότι «αυτή τη στιγμή χάνουμε ο ένας τον άλλο». Η τρίτη θέση επιτρέπει στο ζευγάρι να δει τη σχέση, αντί ο καθένας να βλέπει μόνο τον εχθρό απέναντί του.
Το σχήμα της Καθόδου της Ινάννα μπορεί εδώ να χρησιμοποιηθεί συνοπτικά ως χάρτης. Η πύλη είναι η στιγμή κατά την οποία μια λέξη ή πράξη αλλάζει το πεδίο. Η αφαίρεση είναι η απώλεια της περιέργειας, της ενήλικης γλώσσας και της ικανότητας να περιμένουμε. Ο θρόνος είναι η παλαιότερη θέση που καταλαμβάνουμε. Το βλέμμα, ο λόγος και η κραυγή του θανάτου είναι οι απόλυτες διατυπώσεις που ορίζουν ολόκληρο τον άλλο: «πάντα», «ποτέ», «είσαι ακριβώς σαν…». Το κρεμασμένο σώμα είναι η σχέση όταν ακινητοποιείται και δεν επιτρέπεται καμία επόμενη κίνηση. Η Νινσουμπούρ είναι η λειτουργία που θυμάται ότι υπάρχει δεσμός πέρα από την παρούσα ρήξη. Τα πλάσματα του Ένκι είναι η απόκριση που ακούει τον πόνο χωρίς να τον κατακτά. Η επάνοδος είναι η στιγμή κατά την οποία ο σημερινός Άλλος ξαναγίνεται ορατός.
Ο χάρτης περιέχει και μια προειδοποίηση. Η επιστροφή από τη θέση του πληγωμένου δεν αρκεί, αν το πρόσωπο μεταφέρει στον σύντροφο το βλέμμα του θανάτου. Ο εγκαταλειμμένος μπορεί να γίνει εγκαταλείπων, ο ελεγχόμενος ελεγκτής και ο αβοήθητος τιμωρός. Όπως η Ινάννα στρέφει στον Ντουμούζι τα μέσα της δικής της καταδίκης, έτσι και ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψει από την ευαλωτότητα μόνο για να παραδώσει τον άλλο στη θέση που μόλις εγκατέλειψε. Η αλλαγή κατοίκου δεν είναι ακόμη αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στους θρόνους.
Η επιστροφή στον πραγματικό Άλλο
Η μετάβαση αρχίζει συχνά όχι με μια βαθιά ερμηνεία αλλά με τη διακοπή της ακολουθίας. Όταν η φυσιολογική διέγερση είναι πολύ υψηλή, η επιμονή να «λυθεί τώρα» το θέμα μπορεί να ενισχύσει τον κύκλο. Μια παύση μπορεί να είναι προστατευτική, εφόσον δεν χρησιμοποιείται ως τιμωρητική εξαφάνιση. Χρειάζεται να έχει όριο και υπόσχεση επιστροφής: «Δεν μπορώ να σε ακούσω όπως θέλω αυτή τη στιγμή. Χρειάζομαι είκοσι λεπτά και θα επιστρέψω στις οκτώ». Η διαφορά ανάμεσα στην παύση και στην εγκατάλειψη βρίσκεται ακριβώς στη διατηρημένη σύνδεση.
Η επιστροφή απαιτεί πρώτα να αποκατασταθεί το σημερινό γεγονός. Τι συνέβη πραγματικά; Τι ειπώθηκε, τι υποσχέθηκε ο καθένας, ποια πράξη έγινε και ποια ήταν η επίδρασή της; Η διερεύνηση του παλιού θρόνου δεν πρέπει να αντικαταστήσει αυτή τη συζήτηση. Αν κάποιος αθέτησε μια συμφωνία, χρειάζεται να το αναγνωρίσει. Αν κάποιος φώναξε, απείλησε ή εξευτέλισε, η παλιά πληγή δεν μετατρέπει την πράξη σε απλό σύμπτωμα που ο άλλος οφείλει να κατανοήσει.
Έπειτα μπορεί να διαχωριστεί το γεγονός από την ολική σημασία που απέκτησε. «Δεν έστειλες μήνυμα» είναι γεγονός. «Δεν υπάρχω για σένα» είναι η εμπειρία και η ερμηνεία που γεννήθηκε γύρω από αυτό. Η εμπειρία είναι πραγματική ως βίωμα, αλλά δεν αποτελεί αυτομάτως αποδεδειγμένη πρόθεση του άλλου. Αντίστοιχα, «μου τηλεφώνησες οκτώ φορές» είναι γεγονός. «Θέλεις να με φυλακίσεις» είναι η σημασία που απέκτησε. Η διάκριση δεν υποτιμά το συναίσθημα· το απελευθερώνει από την ανάγκη να λειτουργήσει ως δικαστική απόφαση για τον νου του άλλου.
Η επιστροφή στον πραγματικό Άλλο απαιτεί μια νέα περιέργεια: «Τι συνέβαινε μέσα σου;», «Τι άκουσες όταν το είπα;», «Ποια στιγμή άρχισες να με χάνεις;». Η ερώτηση δεν είναι τεχνική, αν έχει ήδη αποφασιστεί η απάντηση. Γίνεται πραγματική μόνο όταν επιτρέπεται στον άλλο να διαψεύσει την εικόνα που του αποδόθηκε. Η ψυχικοποίηση δεν είναι η ικανότητα να ερμηνεύουμε καλύτερα τον σύντροφο· είναι η ικανότητα να θυμόμαστε ότι ο νους του δεν μας είναι πλήρως γνωστός.
Σε αυτό το σημείο μπορεί να γίνει ορατός ο θρόνος χωρίς να μετατραπεί σε κατηγορία. Το πρόσωπο δεν λέει «με κάνεις να γίνομαι το εγκαταλειμμένο παιδί» ούτε «είσαι ακριβώς σαν τη μητέρα μου». Μπορεί να πει: «Όταν δεν απάντησες, βρέθηκα πολύ γρήγορα σε μια γνώριμη θέση όπου περιμένω κάποιον που δεν έρχεται. Τότε έπαψα να ακούω τι μου έλεγες και προσπάθησα να σε αναγκάσω να επιστρέψεις». Με αυτή τη διατύπωση αναλαμβάνει τη θέση του χωρίς να αρνείται το γεγονός που την ενεργοποίησε.
Ο σύντροφος μπορεί αντίστοιχα να αναγνωρίσει τη δική του μετακίνηση: «Όταν άκουσα την κατηγορία, βρέθηκα στη θέση όπου ό,τι και να πω θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μου. Έκλεισα την πόρτα για να προστατευθώ, αλλά έτσι σε άφησα ακριβώς στη θέση που φοβόσουν». Η αναγνώριση αυτή δεν απαιτεί να αποδεχθεί ότι είχε την πρόθεση να εγκαταλείψει. Αναγνωρίζει την επίδραση της πράξης του και τη συμμετοχή του στον κύκλο.
Η συναισθηματικά εστιασμένη θεραπεία ζεύγους έχει περιγράψει μια συγγενική μετάβαση: από τις δευτερογενείς αντιδράσεις κριτικής και απόσυρσης προς τις πιο ευάλωτες ανάγκες προσκόλλησης και σε νέες αποκρίσεις του συντρόφου. Μελέτες διεργασίας βρήκαν ότι οι πιο παραγωγικές συνεδριακές στιγμές συνδέονταν με βαθύτερη εμπειρία και περισσότερο συνδετικές αποκρίσεις, ενώ μικρότερες μελέτες παρακολούθησης έχουν αναφέρει μεταβολές σε σχεσιακά ειδικές συμπεριφορές προσκόλλησης (Greenberg et al., 1993; Burgess Moser et al., 2016). Τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν τη θεωρία των θρόνων, αλλά δείχνουν ότι η μετάβαση από τον αντιδραστικό κύκλο σε ευάλωτη, αμοιβαία προσβάσιμη επικοινωνία μπορεί να μελετηθεί ως πραγματική θεραπευτική διεργασία.
Η επισκευή δεν είναι πλήρης όταν οι σύντροφοι καταλαβαίνουν μόνο γιατί αντέδρασαν. Χρειάζεται συγκεκριμένη επαναδιαπραγμάτευση του παρόντος. Πώς θα ενημερώνεται η καθυστέρηση; Πότε μπορεί ο ένας να ζητά παύση και πώς θα εγγυάται την επιστροφή; Ποια γλώσσα θεωρείται προσβλητική και τι θα συμβαίνει όταν χρησιμοποιηθεί; Η ιστορική κατανόηση χωρίς αλλαγή της σημερινής συμφωνίας μπορεί να γίνει ακόμη ένας τρόπος να παραμένει το ζευγάρι δίπλα στο τραύμα χωρίς να μετακινείται.
Θα ονομάσω Επαναδιαπασών την αναδιοργάνωση που δεν εμφανίζεται μόνο ως μία συγκινητική κατανόηση, αλλά γίνεται ξανά διαθέσιμη σε μεταγενέστερες συναντήσεις. Δεν αρκεί το ζευγάρι να βρει για μια στιγμή τις σωστές λέξεις στη συνεδρία. Χρειάζεται, όταν επανέλθει μια παρόμοια καθυστέρηση, ο ένας να μπορεί να αναγνωρίσει νωρίτερα τον φόβο και ο άλλος την τάση φυγής· να αντέξουν την παύση χωρίς να τη μετατρέψουν σε εγκατάλειψη· να επιστρέψουν στο θέμα χωρίς εξευτελισμό· και να εφαρμόσουν την καινούργια συμφωνία. Η Επαναδιαπασών κρίνεται στη διάρκεια.
Η ιδέα αυτή συγγενεύει με την έρευνα για τις ρήξεις και τις επισκευές στη θεραπευτική συμμαχία. Οι Safran και Muran πρότειναν ότι η αναγνώριση της ρήξης, η διερεύνηση της άμεσης εμπειρίας και η δυνατότητα αυτοδιεκδίκησης μπορούν να μετατρέψουν μια διακοπή της συνεργασίας σε πεδίο αλλαγής (Safran & Muran, 2000). Η σύγκριση δεν εξισώνει τη θεραπευτική με την ερωτική σχέση. Δείχνει ότι μια ρήξη μπορεί να αποκτήσει αναπτυξιακή αξία όταν αναγνωρίζεται, διερευνάται και ακολουθείται από πραγματική επισκευή, αντί να καλύπτεται με μια βιαστική συμφιλίωση.
Τα όρια της εσωτερικής ανάγνωσης
Η θεωρία των θρόνων κινδυνεύει να γίνει επιβλαβής αν χρησιμοποιηθεί για να απορροφήσει τον πραγματικό Άλλο μέσα στην ιστορία του ενός. Αν ένας σύντροφος λέει ψέματα, ελέγχει τα χρήματα, απειλεί, εξευτελίζει, παρακολουθεί, εξαναγκάζει σε σεξουαλική πράξη ή ασκεί σωματική βία, το πρώτο ερώτημα δεν είναι ποιο παιδικό τραύμα ενεργοποιήθηκε στον άλλο. Είναι τι συνέβη, ποιος κινδυνεύει και ποια όρια, προστασία και λογοδοσία απαιτούνται.
Η κυκλικότητα δεν σημαίνει συμμετρική ευθύνη. Η φράση «και οι δύο συμβάλλουν στον κύκλο» μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες αμοιβαίες συγκρούσεις, αλλά γίνεται παραπλανητική όταν υπάρχει εξαναγκαστικός έλεγχος, φόβος ή σοβαρή ανισότητα ισχύος. Σε τέτοιες συνθήκες η θεραπεία ζεύγους μπορεί να μην είναι ασφαλής ή ενδεδειγμένη χωρίς προηγούμενη εξειδικευμένη αξιολόγηση. Η κατανόηση του ψυχισμού δεν αντικαθιστά την προστασία του σώματος και της ελευθερίας.
Ακόμη και χωρίς βία, οι πραγματικές κοινωνικές συνθήκες έχουν σημασία. Η οικονομική εξάρτηση, η άνιση κατανομή φροντίδας, οι διακρίσεις, η εργασία, η ασθένεια, η γονεϊκότητα και οι πολιτισμικές προσδοκίες δεν είναι απλώς προβολές. Ένας σύντροφος μπορεί να αισθάνεται ότι «σηκώνει τα πάντα» επειδή πράγματι σηκώνει δυσανάλογο βάρος. Η θεωρία πρέπει να προσθέτει βάθος στην πραγματικότητα, όχι να την αντικαθιστά με εσωτερικές σκηνές.
Η ίδια προσοχή απαιτείται όταν μιλάμε για πρόθεση. Η συμπεριφορά του άλλου μπορεί να ενεργοποιεί έναν παλιό θρόνο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πρόθεσή του ήταν αθώα. Μπορεί επίσης να έχει βλαβερή επίδραση χωρίς να υπήρχε πρόθεση βλάβης. Χρειάζεται να διακρίνουμε τουλάχιστον τέσσερα επίπεδα: το παρατηρήσιμο γεγονός, την επίδρασή του, την πρόθεση όπως την περιγράφει ο ίδιος ο δράστης και την ιστορική σημασία που απέκτησε για τον σύντροφο. Η σύγχυση αυτών των επιπέδων είναι μία από τις κυριότερες πηγές αδιεξόδου.
Το άρθρο δεν προτείνει επίσης ότι η σύγκρουση αποτελεί θεραπεία από μόνη της. Μια ρήξη μπορεί να ανοίξει υλικό που προηγουμένως παρέμενε αόρατο, αλλά μπορεί εξίσου να επανατραυματίσει, να παγιώσει τον φόβο ή να καταστρέψει τον δεσμό. Αναπτυξιακή δυνατότητα αποκτά μόνο όταν δημιουργούνται αρκετή ασφάλεια, μνήμη, ευθύνη και χώρος ώστε η επανάληψη να γίνει παρατηρήσιμη και να ακολουθηθεί από νέα πράξη.
Επίλογος: να αλλάξει η σχέση ανάμεσα στους θρόνους
Η σύγκρουση του ζευγαριού μπορεί να γίνει μια πυκνή παλμική στιγμή επειδή φέρνει στην ίδια σκηνή το παρόν γεγονός, το τότε παιδί, τον εσωτερικευμένο γονέα, τον σημερινό σύντροφο, το σώμα και την ιστορία της ίδιας της σχέσης. Η πυκνότητα αυτή δεν είναι από μόνη της θεραπευτική. Αν μία θέση καταπιεί όλες τις υπόλοιπες, η στιγμή γίνεται άχρονη επανάληψη: ο άλλος είναι ξανά εκείνος που εγκαταλείπει, εισβάλλει ή ταπεινώνει, και η μόνη δυνατή απάντηση φαίνεται να είναι η επίθεση, η υποταγή ή η φυγή.
Η μετάβαση αρχίζει όταν ο θρόνος γίνεται ορατός ως θέση και όχι ως ταυτότητα. Κανένας δεν είναι για πάντα το εγκαταλειμμένο παιδί, ο διώκτης, ο ψυχρός γονέας ή ο αβοήθητος φροντιστής. Κάθε πρόσωπο μπορεί να κατοικεί αυτές τις θέσεις, να φέρει τα εμβλήματά τους και να τις εγκαταλείπει. Το γεγονός ότι μια θέση έχει ιστορία δεν σημαίνει ότι είναι ψεύτικη· σημαίνει ότι δεν εξαντλεί ολόκληρο το παρόν.
Η ωρίμανση δεν απαιτεί να πάψουμε να ενεργοποιούμαστε ούτε να εξαφανίσουμε κάθε επανάληψη. Ζούμε σε έναν κόσμο ρυθμών, εποχών, προσεγγίσεων και αποχωρισμών. Το ζητούμενο είναι η επανάληψη να αποκτήσει μνήμη και συνείδηση, ώστε να μην επιστρέφει πάντοτε ως η ίδια άγνωστη εντολή. Στη σχέση αυτό σημαίνει ότι μπορώ να αναγνωρίσω τον παλιό θρόνο χωρίς να αναγκάσω τον σύντροφό μου να καθίσει στον συμπληρωματικό του· να θυμηθώ το τότε παιδί χωρίς να καταργήσω τον σημερινό ενήλικο· και να ακούσω τον πραγματικό Άλλο χωρίς να εγκαταλείψω τη δική μου εμπειρία.
Η επιτυχία δεν βρίσκεται σε μια σχέση χωρίς ρήξεις. Βρίσκεται στην αυξανόμενη δυνατότητα να επιστρέφουμε από αυτές. Η Επαναδιαπασών δεν είναι η τελική αρμονία, αλλά η μνήμη της επιστροφής: η γνώση, αποκτημένη μέσα από επαναλαμβανόμενη εμπειρία, ότι μπορούμε να διαφωνήσουμε χωρίς να εξαφανιστούμε, να πληγωθούμε χωρίς να μετατρέψουμε τον άλλο σε εχθρό και να αναλάβουμε ευθύνη χωρίς να καταρρεύσουμε σε ντροπή ή αντεπίθεση. Τότε δεν αλλάζει απλώς ο κάτοχος του θρόνου. Αλλάζει η ίδια η σχέση ανάμεσα στους θρόνους —και ο σύντροφος μπορεί να εμφανιστεί ξανά ως ο άλλος άνθρωπος που είναι.
Βιβλιογραφία
Andersen, S. M., & Chen, S. (2002). The relational self: An interpersonal social-cognitive theory. Psychological Review, 109(4), 619–645. https://doi.org/10.1037/0033-295X.109.4.619
Burgess Moser, M., Johnson, S. M., Dalgleish, T. L., Lafontaine, M.-F., Wiebe, S. A., & Tasca, G. A. (2016). Changes in relationship-specific attachment in emotionally focused couple therapy. Journal of Marital and Family Therapy, 42(2), 231–245. https://doi.org/10.1111/jmft.12139
Christensen, A., & Heavey, C. L. (1990). Gender and social structure in the demand/withdraw pattern of marital conflict. Journal of Personality and Social Psychology, 59(1), 73–81. https://doi.org/10.1037/0022-3514.59.1.73
Haase, C. M. (2023). Emotion regulation in couples across adulthood. Annual Review of Developmental Psychology, 5, 399–421. https://doi.org/10.1146/annurev-devpsych-120621-043836
Fonagy, P., & Luyten, P. (2009). A developmental, mentalization-based approach to the understanding and treatment of borderline personality disorder. Development and Psychopathology, 21(4), 1355–1381. https://doi.org/10.1017/S0954579409990198
Gottman, J. M., & Levenson, R. W. (1992). Marital processes predictive of later dissolution: Behavior, physiology, and health. Journal of Personality and Social Psychology, 63(2), 221–233. https://doi.org/10.1037/0022-3514.63.2.221
Greenberg, L. S., Ford, C. L., Alden, L. S., & Johnson, S. M. (1993). In-session change in emotionally focused therapy. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 61(1), 78–84. https://doi.org/10.1037/0022-006X.61.1.78
Hermans, H. J. M., Kempen, H. J. G., & van Loon, R. J. P. (1992). The dialogical self: Beyond individualism and rationalism. American Psychologist, 47(1), 23–33. https://doi.org/10.1037/0003-066X.47.1.23
Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2018). Attachment orientations and emotion regulation. Current Opinion in Psychology, 25, 6–10. https://doi.org/10.1016/j.copsyc.2018.02.006
Safran, J. D., & Muran, J. C. (2000). Resolving therapeutic alliance ruptures: Diversity and integration. Journal of Clinical Psychology, 56(2), 233–243. https://doi.org/10.1002/(SICI)1097-4679(200002)56:2%3C233::AID-JCLP9%3E3.0.CO;2-3
Wiebe, S. A., Johnson, S. M., Lafontaine, M.-F., Burgess Moser, M., Dalgleish, T. L., & Tasca, G. A. (2017). Two-year follow-up outcomes in emotionally focused couple therapy: An investigation of relationship satisfaction and attachment trajectories. Journal of Marital and Family Therapy, 43(2), 227–244. https://doi.org/10.1111/jmft.12206